Σάββατο 2 Οκτωβρίου 2021

ΧΩΡΙΣ ΔΙΧΤΥ ΑΣΦΑΛΕΙΑΣ...

 


ΧΩΡΙΣ ΔΙΧΤΥ ΑΣΦΑΛΕΙΑΣ

Αυτοί που γράφουν χωρίς δίχτυ ασφαλείας είναι οι αληθινοί ποιητές..Κάθε είδους λόγου. Γιατί η Τέχνη αυτή απαιτεί να εκθέσεις όλα όσα οι άλλοι επιμελώς κρύβουμε μέσα μας. Τα πάθη μας, τα λάθη μας, τις πληγές μας, τα μυστικά μυστήρια της αθέατης ζωής μας.

Χωρίς δίχτυ ασφαλείας ακροβατούν  οι Ποιητές..Κάθε είδους λόγου…

                                              ΜΑΡΙΑ ΦΟΥΚΑ

Γιώργος Ιωάννου ….Μην περπατάς μαζί μου…

Στίχοι: Γιώργος Ιωάννου

 Μουσική: Νίκος Μαμαγκάκης

1. Ελευθερία Αρβανιτάκη

 

Μην περπατάς, μην περπατάς μαζί μου

να μη σε γράψουνε

 με ξέρουνε στην πιάτσα

και θα σε κάψουνε

Περπατά το κατόπι πάνω στα βήματα

εγώ από σένα φως μου δε θέλω χρήματα

εγώ από σένα φως μου δε θέλω χρήματα

 Γυρνάω και σε βλέπω

 και αναστατώνομαι

αν είσαι όπως δείχνεις

εγώ σκοτώνομαι

Δε θέλω να μας δούνε,

 μισώ το μάτι τους

εγώ ποτέ δεν είπα για το κρεβάτι τους

εγώ ποτέ δεν είπα για το κρεβάτι τους

 Περπατά κι ακόλουθα,

μάθε το σπίτι μου

 να έρχεσαι μονάχος,

αποσπερίτη μου

κι όταν χτυπάς την πόρτα

μες τα μεσάνυχτα

τα παραθύρια μου όλα θα `ναι ορθάνοιχτα

 

Γιώργος Ιωάννου, Η μεγαλοκόρη

 

 

 

 

Όταν πέθανε η μεγαλοκόρη, την έβγαλαν σέρνοντας απ’ το κοτέτσι, έβαλαν τρεις σανίδες πάνω σε δυο σιδερένια στριπόδια και την ξάπλωσαν σεμνά κάτω απ’ τη βερικοκιά της ξένης πια αυλής. Στα ξεθωριασμένα μαύρα φορέματά της ξεχώριζα χώματα και λάσπες απ’ το σούρσιμο, καθώς κοίταζα την αυλή τους απ’ το καφασωτό παραθυράκι της θειας μου. Μ’ εμπόδιζε, είναι αλήθεια, κάπως και η ασύστολα ανθισμένη βερικοκιά. Αλλά ήταν άνοιξη και μάλιστα του 1942.

 

Την άφησαν εκεί και ξανακλείστηκαν στο κοτέτσι. Σίγουρο όμως πως θα την κοίταζαν διαρκώς μέσα απ’ το διχτυωτό. Ο γιος της αδελφής της δε φαίνονταν πουθενά. Θα ζητιάνευε κάπου ή θα είχε τρέξει στα χωριά για να τους προφτάσει. Πάντως, από τότε που οι αγοραστές τούς είχαν πετάξει απ’ το δίπατο σπίτι τους, και ύστερα από πολλά παρακάλια τούς είχαν επιτρέψει να κατοικήσουν προσωρινά στο κοτέτσι, το παιδί είχε σχεδόν εξαφανιστεί. Δεν εννοούσε να μπει εκεί μέσα. Τώρα, όταν τον συναντώ καμιά φορά στο δρόμο, κατεβάζει το κεφάλι. Το ξαναπήρε, βέβαια, προ πολλού το σπίτι, σύμφωνα με τον μεταπολεμικό νόμο, και το ’δωσε κι αυτός για πολυκατοικία.

 

Το κοτέτσι τους ήταν ψηλό και μερακλίδικα καμωμένο. Μεταπολεμικά έτρεφαν πολλές κότες. Τη μέρα που πέθανε η μεγαλοκόρη σώζονταν ακόμη ο κάτασπρος πετεινός και μια κότα. Άγνωστο τι τα ’διναν να φάνε. Τα πουλιά ξαφνιάστηκαν στην αρχή απ’ τη φασαρία. Πήδηξαν στον περίβολο, έτοιμα να πετάξουν στις διπλανές αυλές. Μα, σαν ησύχασαν τα πράγματα, κατέβηκαν κοιτάζοντας συνεχώς λοξά. Την αγαπούσαν τη μεγαλοκόρη. Αυτή πάντα τα τάιζε κι αυτή τα είχε διασώσει μέχρι τώρα. Την άκουγα συχνά που τα μιλούσε.

 

Ο πετεινός πήδηξε πρώτα στην άκρη του σανιδιού και περίμενε κάποια κίνηση. Ύστερα, θαρρετά, διέσχισε το σώμα, πάτησε στα σταυρωμένα χέρια, κάτι τσιμπολόγησε, και ξαφνικά τεντώθηκε κι άρχισε να λαλάει. Πάνω στο δεύτερο ή τρίτο λάλημα τον έκοψε ένα χέρι μέσα απ’ το κοτέτσι. Πήδηξε κάτω αναψοκοκκινισμένος κι αμέσως σχεδόν ανέβηκε στην κότα. Πού να φανταζόταν η σεμνή μεγαλοκόρη, η οποία όταν πήγαινε στον μπακάλη ή τον ψωμά έκανε ολόκληρο γύρο για να μην περάσει μπροστά απ’ το καφενείο «Ο Σκοπός» και τη βλέπουν οι άντρες, πως θα ’ρχονταν ώρα που θα καμάρωνε ξελιγωμένο πάνω της το ερωτιάρικο αρσενικό πουλί.

 

Όταν νύχτωσε, την άφησαν εκεί. Όλη νύχτα ακούγονταν πνιγμένα αναφιλητά μέσα απ’ το κοτέτσι.

 

Πρωί πρωί ήρθε το κάρο της δημαρχίας. Την έριξαν στο κοινό κασόνι και την έβγαλαν, ευτυχώς, απ’ την πόρτα και όχι απ’ το γκρεμισμένο τοιχαράκι της αυλής, απ’ όπου τους επέτρεπαν να περνούν οι αυστηρών αρχών νέοι ιδιοκτήτες. Το κάρο ξεκίνησε αμέσως, χωρίς τσιριμόνιες κι αργοπορίες. Σαν τα φαντάσματα τρίκλιζαν στην αρχή το κατόπι η αδερφή της με τον άντρα της. Ο καροτσιέρης όμως δε χαμπάριζε από τέτοια, δεν μπορούσε να περιμένει, είχε πολλή δουλειά. Στη γωνιά σταμάτησαν, ήταν αδύνατο να συνεχίσουν. Το κάρο έτρεχε πιο γρήγορα στον ίσιο δρόμο. Πιάστηκαν για να μην πέσουν κι άπλωσαν τα σκεβρωμένα χέρια σε χαιρετισμό.

 

Από τη συλλογή πεζογραφημάτων η σαρκοφάγος (1971) του Γιώργου Ιωάννου

 

ΥΓ:   ΧΩΡΙΣ ΔΙΧΤΥ ΑΣΦΑΛΕΙΑΣ ΟΙ ΠΟΙΗΤΕΣ ΚΑΘΕ ΕΙΔΟΥΣ ΛΟΓΟΥ…

                                         


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου