Σάββατο 23 Μαΐου 2020

Η ΠΡΟΒΑ!!!ΤΕΛΟΣ ΕΠΟΧΗΣ!!!!



Παγκόσμια μέρα πολιτισμού 2020 ! Με θέατρα, κινηματογράφους και πάσης φύσεως θεάματα και δρώμενα   κλειστά  λόγω κορωνοϊού!! Με ελλιπή μέτρα στήριξης από την πολιτεία των υπηρετών  της Τέχνης και του Λόγου σύμφωνα με  μαρτυρίες  των ίδιων των καλλιτεχνών που αντιμετωπίζουν πρόβλημα επιβίωσης!!!Μια θλίψη!!Τέτοια εποχή, κάθε χρόνο οι θεατρικές ομάδες των σχολείων όλης της χώρας παρουσίαζαν τις παραστάσεις τους !



Έτσι κι εμείς  τον Μάη του 2020,  η θεατρική ομάδα του 2ου Γυμνασίου Πατρών, θα  ανεβάζαμε το έργο μας που τιτλοφορείται Η ΠΡΟΒΑ!!! Θα έπαιρνε τέλος το επίπονο αλλά και τόσο μαγικό ταξίδι των προβών και με αγωνία αλλά και περισσό ενθουσιασμό θα  προσκαλούσαμε το αγαπημένο κοινό να μοιραστεί μαζί μας αυτό το ταξίδι!! Τίποτα από αυτά δεν έγινε και δεν θα γίνει!!Οι συνθήκες έχουν αλλάξει!!Ριζικά!!! Πάντοτε δεχόμασταν στη θεατρική μας ομάδα πολλά παιδιά! Όλα είχαν ένα ρόλο στην παράσταση! Χόρευαν, τραγουδούσαν, έπαιζαν, βοηθούσαν στα σκηνικά…. Αγκαλιασμένα πάνω στη σκηνή υποκλίνονταν στο κοινό..Τώρα οι αντισηπτικές αποστάσεις και οι μάσκες έχουν αλλάξει το σκηνικό..Κι εμείς δεν μπορούμε να δουλέψουμε από εδώ και πέρα κρατώντας τις αποστάσεις!! Όχι δεν είναι μόνο ο ιός!!Κυρίως είναι ο φόβος, λογικός ή παράλογος που βάζει τη σφραγίδα του στις μέρες μας..Τώρα και στο μέλλον…

Όλοι μιλούν για εξ αποστάσεως ενέργειες, δράσεις, εκπαίδευση.. Ηδονίζονται με τηλεδιασκέψεις , τηλεμαθήματα, τηλεδράσεις..Ήρθαν για να μείνουν, λένε.. Η δική μας όμως ομάδα πριν συντονιστεί σε  θεατρική, μάθαινε στην τάξη σε κάθε μάθημα , τι θα πει  έκφραση, καλή ανάγνωση, ήχος του κειμένου , χειρονομίες και γλώσσα του σώματος!!Γιατί η αντίληψη που έχουμε για το μάθημα είναι ότι από μόνο του αποτελεί μια θεατρική παράσταση στην οποία λαμβάνουν μέρος μαθητές και καθηγητές..Κάτι που δεν γίνεται εξ αποστάσεως..Ούτε φυσικά μέσα από την τάξη σε live streaming μετάδοση  αφού απαγορεύεται να εκθέτεις τους μαθητές και τη φωνή τους σε κοινή θέα..Αρκετός κόσμος δεν το κατανοεί  και  με πρόσχημα τις ευπαθείς ομάδες προωθείται η υποτίμηση της φυσικής παρουσίας των ανθρώπων και μάλιστα των παιδιών μέσα σε μια τάξη.. Βεβαίως χρόνια τώρα έχουμε εκπαιδευτεί σε αυτό που λέμε :εικονική πραγματικότητα …Κυρίως οι νέοι είναι έτοιμοι να αποτελέσουν  πρόθυμους φορείς τέτοιων ιδεών που ο εγκλεισμός και η τηλε-ζωή φαντάζουν κάτι  φυσιολογικό και θεμιτό..Σε τέτοιες συνθήκες λοιπόν  δεν μπορεί να γίνει θέατρο.. 

Με μεγάλη λύπη αποχαιρετούμε τις θεατρικές σχολικές παραστάσεις που όλα αυτά τα χρόνια έγιναν η αιτία να ταξιδέψουμε στον μαγικό κόσμο της Δραματικής Τέχνης και να ζήσουμε μοναδικές στιγμές με τους μαθητές μας… .Είναι πάντα στην καρδιά μας όσα χρόνια κι αν περάσουν..Τους ευχαριστούμε γιατί μας χάρισαν το ταλέντο και την αφοσίωσή τους και πιο πολύ την αγάπη τους!! Με την ελπίδα να πάνε όλα καλύτερα αναρτώ σήμερα το έργο που δεν ανέβηκε ποτέ λόγω της πανδημίας!!Και με την ευχή η Τέχνη να  βρεί και πάλι το δρόμο της!!!

                                                                                            ΜΑΡΙΑ ΦΟΥΚΑ


Η ΠΡΟΒΑ  (ΘΕΑΤΡΙΚΗ ΠΑΡΑΣΤΑΣΗ ΣΧΟΛΙΚΟΥ ΕΤΟΥΣ 2019-2020)

ΗΘΟΠΟΙΟΣ ΣΗΜΑΙΝΕΙ ΦΩΣ



Ηθοποιός σημαίνει φως.
Είναι καημός πολύ πικρός
και στεναγμός πολύ μικρός.

Μίλησε, κλαις;
Όχι δε λες.
Μήπως πεινάς;
Και τι να φας!
Όλο γυρνάς, πες μου πού πας;

Σ’ αναζητώ στο χώρο αυτό,
γιατί είμ’ εγώ πολύ μικρός
και θλιβερός ηθοποιός.
Θα παίξεις μια, θα παίξω δυο.
Θα κλάψεις μια, θα κλάψω δυο.

Σαν καλαμιά θα σ’ αρνηθώ,
θα σκεπαστώ, θα τυλιχτώ
μ’ άσπρο πανί κι ένα πουλί,
άσπρο πουλί που θα καλεί τ’ άλλο πουλί,
το μαύρο πουλί.

Παρηγοριά στη λυγαριά, υπομονή!
Αχ πώς πονεί!
Κι ύστερα λες για δυο τρελές
που μ’ αγαπούν γιατί σιωπούν,
γιατί σιωπούν......

Έλα στο φως, παίζω θα δεις.
Είμαι σοφός μην απορείς,
έλα στο φως, παίζω θα δεις.

Ηθοποιός, ό,τι κι αν πεις
είναι καημός πολύ πικρός
και στεναγμός πολύ βαθύς.

Ηθοποιός, είτε μωρός, είτε σοφός
είμαι κι εγώ, καθώς κι εσύ είσαι παιδί,
που καρτερεί κάτι να δει.
Πιες το κρασί, στάλα χρυσή
απ’ την ψυχή, ως την ψυχή.

ΤΑ ΠΑΙΔΙΑ ΑΠΑΓΓΕΛΛΟΥΝ ΤΟ ΠΟΙΗΜΑ(ΜΕ ΜΙΑ ΧΟΡΟΓΡΑΦΙΑ)

Οι μαθητές( περίπου 20-30) της θεατρικής ομάδας μπαίνουν στη σκηνή.. για να αρχίσει  μια Πρόβα για την Καινούργια Θεατρική Παράσταση…
Μ1: Κάθε χρόνο λέω ότι δεν θα ξανάρθω και ξανάρχομαι. Σκέτη σχιζοφρένεια !!! Και να πεις πως ανεβάζουμε και κανένα σπουδαίο έργο ..Αφιέρωμα στην Αρχαία Τραγωδία, σου λέει..…μπλιαχ……

Μ2: ΔΥΟ ΚΑΚΑ ΜΑΖΕΜΕΝΑ….Και Αρχαία και Τραγωδία!!!

Μ3:  Εσείς οι δυο όλο γκρίνια ! Το ένα σας μυρίζει το άλλο σας βρωμάει.. Μια χρονιά ολόκληρη πρόβες και δεν έχετε ακόμα καταλάβει την τεράστια σημασία της παράστασης..Ας μην ερχόσαστε!
Μ1: Μίλησε και η πρωταγωνίστρια.. Εμ βέβαια! Εσύ όλα τα ξέρεις..Φυτό έ φυτό!!
Μ4: Καλά σας λέει !!Ας μην ερχόσαστε!! Αφού το μυαλό σας είναι όλο  στο ρολόι ..Πότε θα τελειώσει η πρόβα και πότε θα τελειώσει η πρόβα…
Μ1 : Α!!! Όλα κι όλα..Εγώ είμαι γεννημένος ηθοποιός αγάπη μου!! Έχω όλο το πακέτο! Ομορφιά, φωνάρα  , κίνηση και ΤΕΡΑΣΤΙΟ ΤΑΛΑΝΤΟ ΣΤΗΝ ΥΠΟΚΡΙΤΙΚΗ!!…Δεν γίνεται παράσταση χωρίς εμένα..
Μ3 ! Εσύ γεννημένος ηθοποιός!!!Καλό ανέκδοτο!!Είδαμε και πάθαμε μέχρι να μάθεις τα λόγια σου!!Οι κυρίες τραβάνε τα μαλλιά τους κάθε φορά που λες τις ατάκες σου!!Αυτά που τους έχουν απομείνει εννοείται!!
Μ2 : Εγώ πάλι ήρθα για το χειροκρότημα στο τέλος !!Και για το πάρτυ μετά την παράσταση!!Και για τις πίτσες που κερνάει ο υπέροχος σύλλογος γονέων και κηδεμόνων!!!
Μ5: Ου να μου χαθείς λιγούρη!!Άκου για τις πίτσες!! Πρώτη φορά είδα άνθρωπο να παίρνει μέρος σε παράσταση για να φάει!!! Και μια και ήρθες για το χειροκρότημα, κάνε και λίγο κράτει, γιατί δεν βλέπω να σε αντέχει η σκηνή!!!
ΟΛΑ ΤΑ ΠΑΙΔΙΑ ΜΑΖΙ( ΚΑΠΩΣ ΚΟΡΟΪΔΕΥΤΙΚΑ )
ΕΙΜΑΣΤΕ ΑΚΟΜΑ ΖΩΝΤΑΝΟΙ ΣΤΗ ΣΚΗΝΗ ΣΑΝ ΡΟΚ ΣΥΓΚΡΟΤΗΜΑ ΚΙ ΑΝ ΜΑΣ ΑΝΤΕΞΕΙ Η ΣΚΗΝΗ ΘΑ ΦΑΝΕΙ ΣΤΟ ΧΕΙΡΟΚΡΟΤΗΜΑ
.Κι είμαστε ακόμα ζωντανοί
στη σκηνή
σαν ροκ συγκρότημα.

Με κοιτάς σε κοιτώ
και μετά σιωπή
 κάτι θα κοπεί
στην καρδιά στο μυαλό.

Με κοιτάς σε κοιτώ
και μελαγχολείς
ο καιρός πολύς
 μ' αγαπάς σ' αγαπώ.

Κι είμαστε ακόμα ζωντανοί
στη σκηνή σαν ροκ συγκρότημα
κι αν μας αντέξει το σκοινί
θα φανεί στο χειροκρότημα.

Με κρατάς σε κρατώ
και μετά γκρεμός
και μετά το τέρμα
 και κανείς κανενός.

Με κρατάς σε κρατώ
 και παντού σκιές
και παντού καθρέφτες
 για θεούς κι εραστές.

ΞΑΦΝΙΚΑ ΧΤΥΠΑΕΙ ΤΟ ΤΗΛΕΦΩΝΟ !!!Η  Μ3 ΑΠΑΝΤΑΕΙ!!!

Μ3! Εμπρός….Μάλιστα , μάλιστα ..Είμαστε όλοι εδώ…Κυρία εσείς είστε;; Τι είπατε;; Δεν μπορείτε να ρθείτε;;; Σας έτυχε κάτι σοβαρό;;;;
ΚΑΠΟΙΑ ΠΑΙΔΙΑ ΕΤΟΙΜΑΖΟΝΤΑΙ ΝΑ ΧΕΙΡΟΚΡΟΤΗΣΟΥΝ!!Η Μ3 ΤΟΥΣ ΚΑΝΕΙ ΝΟΗΜΑ ΝΑ ΗΣΥΧΑΣΟΥΝ…
Μ3: Μάλιστα μάλιστα!!!Θα τους το πω!!! Μείνετε ήσυχη!! ΚΛΕΙΝΕΙ ΤΟ ΤΗΛΕΦΩΝΟ ΚΑΙ ΛΕΕΙ: Οι κυρίες θα λείψουν σήμερα. Τους έτυχε κάτι επείγον!!!!
Μ1:Άρα η πρόβα δεν θα γίνει!!!ΑΡΚΕΤΑ ΠΑΙΔΙΑ ΕΝΘΟΥΣΙΑΖΟΝΤΑΙ !!!ΤΡΑΓΟΥΔΟΥΝ ΕΝ ΧΟΡΩ: Η ΠΡΟΒΑ ΔΕΝ ΘΑ ΓΙΝΕΙ!!!!
Μ3: Δεν καταλάβατε καλά !!!Οι κυρίες θα λείψουν αλλά Η ΠΡΟΒΑ ΘΑ ΓΙΝΕΙ ΚΑΝΟΝΙΚΑ!!ΟΙ ΚΥΡΙΕΣ ΜΕ ΟΡΙΣΑΝ ΥΠΕΥΘΥΝΗ!!! ΟΛΟΙ ΘΑ ΠΟΥΝ ΤΑ ΛΟΓΙΑ ΤΟΥΣ !!Η ΠΑΡΑΣΤΑΣΗ ΑΝΕΒΑΙΝΕΙ ΣΕ ΛΙΓΟ ΚΑΙΡΟ  ΚΑΙ ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΕΙΜΑΣΤΕ ΕΤΟΙΜΟΙ!!
Μ2: Χωρίς τις κυρίες!!!!ΑΠΟ ΠΑΝΤΟΥ ΑΚΟΥΓΕΤΑΙ Η ΙΔΙΑ ΦΡΑΣΗ!!!ΧΩΡΙΣ ΤΙΣ ΚΥΡΙΕΣ!!!!ΣΤΗΝ ΑΡΧΗ ΜΕ ΑΠΟΓΝΩΣΗ ΜΕΤΑ…ΜΕ ΕΝΘΟΥΣΙΑΣΜΟ!!!!!!!
Μ 4: ΣΙΩΠΗ ΕΠΙΤΕΛΟΥΣ!!!ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΒΑΛΟΥΜΕ ΜΙΑ ΤΑΞΗ ΛΟΙΠΟΝ!!ΝΑ ΞΕΚΙΝΗΣΟΥΜΕ ΤΗΝ ΠΡΟΒΑ!!!!
Μ1:Εγώ πάλι λέω να φύγουμε !!Αφού δεν ήρθαν οι κυρίες  ποιος ο λόγος να κάνουμε την πρόβα… Ευκαιρία να κάνουμε καμιά βολτίστα , να χαλαρώσουμε λίγο πριν από την τεράστια προσωπική μου  υποκριτική  επιτυχία στις παραστάσεις του Μαΐου

Μ2: Και εγώ πείνασα!!Ονειρεύομαι ένα περιποιημένο πιτόγυρο με μπόλικο….


ΤΑ ΠΑΙΔΙΑ ΚΑΤΕΥΘΥΝΟΝΤΑΙ ΑΠΕΙΛΗΤΙΚΑ ΠΡΟΣ ΑΥΤΟΥΣ!!!
Μ3: Ξεκαβάλα λίγο από το καλάμι σου!!Η ΠΡΟΒΑ ΘΑ ΓΙΝΕΙ ΚΑΝΟΝΙΚΑ!!!ΤΟ ΥΠΟΣΧΕΘΗΚΑΜΕ ΣΤΙΣ ΚΥΡΙΕΣ!!! Και συ σταμάτα να σκέφτεσαι όλο την κοιλιά σου !!!Οι ηθοποιοί είναι πειθαρχημένοι και εγκρατείς!!! ΞΕΚΙΝΑΜΕ ΜΕ ΤΗΝ ΑΝΤΙΓΟΝΗ! ΕΤΟΙΜΟΙ!!!ΠΑΜΕ!!!
Μ5: Από την αρχή;
Μ3: Από κει που μείναμε στην προηγούμενη πρόβα..

Μ6: ΛΕΕΙ  ΣΟΒΑΡΑ ΤΗΝ ΥΠΟΘΕΣΗ ΤΗΣ ΑΝΤΙΓΟΝΗΣ

Η Αντιγόνη είναι αρχαία τραγωδία του Σοφοκλή που παρουσιάστηκε πιθανότατα στα Μεγάλα Διονύσια του 441 π.Χ.. Το θέμα της προέρχεται από τον Θηβαϊκό κύκλο, απ’ όπου ο Σοφοκλής άντλησε υλικό και για δύο άλλες τραγωδίες του, τον Οιδίποδα Τύραννο και τον Οιδίποδα επί Κολωνώ. Θέμα της είναι η προσπάθεια της Αντιγόνης να θάψει τον νεκρό αδελφό της Πολυνείκη, παρά την αντίθετη εντολή του Κρέοντα,  του θείου της και βασιλιά της Θήβας, θέτοντας την τιμή των θεών και την αγάπη για τον αδερφό της υπεράνω των νόμων των ανθρώπων.
ΙΣΜΗΝΗ
Μα τι τρέχει Αντιγόνη;
Δείχνεις πως κάποια είδηση σε βασανίζει
ΑΝΤΙΓΟΝΗ
 Δεν έχει ο Κρέοντας τον ένα
τον αδερφό μας τιμήσει με ταφή
ενώ άταφο καταφρονά τον άλλο;
Τον Έτεοκλή, όπως λεν, και με το δίκιο,
πρόσταξε να τον θάψουν, για να πάει
με τιμή στους νεκρούς του Κάτω Κόσμου·
μα το άθλιο  κορμί του Πολυνείκη
στους πολίτες διαλάλησε, κανένας
στη γης να μη το κρύψει ούτε το κλάψει,
μα αθρήνητο και άταφο να τ' αφήσουν,
γλυκό για τα όρνια θησαυρό, που γύρω
καρτερούν  πεινασμένα την τροφή τους.
Τέτοια ο καλός μας Κρέοντας για σένα
και για μένα ―ναι, λέω και για μένα―
διαλάλησε· και θά 'ρθει, λένε,  τώρα
ξάστερα εδώ στη μέση να τα διακηρύξει
για όσους δεν το 'χουν μάθει· και καθόλου
Την υπόθεση δεν θεωρεί ασήμαντη

Όποιον τολμήσει να τον θάψει,
Θάνατος με λιθοβολισμό
τον περιμένει. Έτσι λοιπόν αυτά είναι.
Μα τώρα εσύ θα δείξεις, αν είσαι άξιο
της γενιάς σου τέκνο ή τη γενιά σου
θα ντροπιάσεις.
ΙΣΜΗΝΗ
Μ' αν έτσι είναι, ώ ταλαίπωρη, το πράγμα
τί παραπάνω εγώ θενά προσθέσω
αν βάλω ή αν δε βάλω χέρι;
M6:  Την Κινέζα η Ισμήνη! Κάνει ότι δεν καταλαβαίνει! Ίδια η  αδελφή μου! Όταν  της ζητάω κάτι που απαιτεί κάποιο ρίσκο- να κρύψει από τη μάνα μας  το πενταράκι που πήρα στη Χημεία και το 7 στα θρησκευτικά  -  μου απαντάει με τον ίδιο τρόπο…ΚΟΡΟΙΔΕΥΤΙΚΆ Τι παραπάνω εγώ θενα προσθέσω….
Μ2 :( Έκπληκτη!) Είναι Κινέζα η Ισμήνη; Πες το μας κι αυτό!!!
Μ6: Όχι ρε παιδάκι μου!!!Που λέει ο λόγος!!
ΑΝΤΙΓΟΝΗ: Μη πετάγεστε ρε παιδιά!! Ξεχνάω τα λόγια μου….ΑΥΤΟΣΥΓΚΕΝΤΡΏΝΕΤΑΙ ΚΑΙ ΣΥΝΕΧΙΖΕΙ
ΑΝΤΙΓΟΝΗ
Σκέψου
μαζί μου  αν θα ενεργήσεις και συμπράξεις
ΙΣΜΗΝΗ
Σε ποιο κίνδυνο λες; πού πάει ο νους σου;
ΑΝΤΙΓΟΝΗ
Αν  το χέρι μου αυτό βοηθήσεις
το νεκρό να πάμε εκεί που πρέπει.
ΙΣΜΗΝΗ
Μα αλήθεια
να θάψεις σκέφθηκες αυτόν, που η πόλη
απαγορεύει;
ΑΝΤΙΓΟΝΗ
Ναι, τον αδερφό μου
και  τον δικό σου αδελφό ,  αν σύ δε θέλεις.
γιατί κανένας δε θα πει για μένα
πως τον πρόδωσα εγώ.
ΙΣΜΗΝΗ
Δυστυχισμένη,
μ' όλο που το' χει ο Κρέοντας εμποδίσει;
ΑΝΤΙΓΟΝΗ
Κανένα  αυτός δικαίωμα δεν έχει
να με χωρίσει απ' τους δικούς μου.
ΙΣΜΗΝΗ
Ωιμένα,
σκέψου, αδερφή μου, πόσο μισημένος
και γεμάτος ντροπή  χάθηκε ο
πατέρας μας, αφού απ' τις ανομίες του
που ήρθαν στο φως, ξερίζωσε μονάχος
με το ίδιο του το χέρι τα δυο του μάτια.
Έπειτα  εκείνη, που  ήταν και μάνα και γυναίκα του
με θηλειά στο λαιμό πήγε ντροπιασμένη·
τέλος οι δυο αδερφοί μας σε μια μέρα
σκοτώθηκαν οι δόλιοι μεταξύ τους
δίνοντας θάνατο κοινό με χέρι που
 ο ένας ενάντια στον άλλο σήκωσε.
Και τώρα οι δυο μας πόχουμε απομείνει
σκέψου τι τέλος πιο κακό θα βρούμε,
αν το νόμο αψηφώντας, πάμε ενάντια
σε ό,τι έχει αποφασίσει η εξουσία.
Και μην  ξεχνάς επίσης πρώτα-πρώτα
πως γεννηθήκαμε γυναίκες
να μην  τα βάζουμε με άντρες·
Μ1: Αυτή η ατάκα πολύ με εκφράζει. Γεια σου ρε Ισμήνη λογική κοπέλα ..Όχι σαν την άλλη  τη γλωσσού .. Και ο πατέρας μου το ίδιο λέει στο σπίτι. Οι γυναίκες να υπακούουν τους άντρες..
ΙΣΜΗΝΗ: Τόσα ξέρεις τόσα λες. Βέβαια ούτε  κι εγώ  ήθελα  αυτό το ρόλο. Της δειλής και της υποταγμένης κόρης. Αλλά ας όψεται η τέχνη και η υπακοή στους κανόνες της θεατρικής ομάδας..<<Δεν διαλέγουμε ρόλους .Όλοι οι ρόλοι είναι σημαντικοί. Και μια πρόκληση να ανταποκριθούμε στις απαιτήσεις τους>> Συνεχίζω..
ΑΝΤΙΓΟΝΗ: Άλλωστε η Ισμήνη δεν είναι καθόλου δειλή. Είναι απλώς  μια γυναίκα της εποχής της. Δεν μπορεί να πάει κόντρα σ΄ αυτή και στα πρότυπα συμπεριφοράς που προβάλλει. Όταν όμως χρειαστεί θα υπερασπιστεί την αδελφή της μπροστά στον Κρέοντα και  θα  θελήσει νο μοιραστεί το βάρος της..Κάνω spoil  (γελώντας)
Μ9: Εμένα
Μ5. Εγώ πάλι απορώ πως θα τα πεις αυτά μπροστά σε δεκαπεντάχρονους ..Ο ένας έβγαλε τα μάτια του,  η άλλη κρεμάστηκε ..Φοβάμαι ότι θα μπουκάρει η αστυνομία θεωρώντας το εργάκι ΑΥΣΤΗΡΩΣ ΑΚΑΤΑΛΛΗΛΟΝ..
ΑΝΤΙΓΟΝΗ: Τελειώνετε ..Θα μου φύγει η αυτοσυγκέντρωση με τις βλακείες σας.
ΙΣΜΗΝΗ
Εντάξει  συνεχίζω..Κι αν θες να ξέρεις οι αρχαίοι δεν έδειχναν ποτέ φόνους πάνω στη σκηνή μπροστά στα μάτια των θεατών. Πάνω σε ένα τροχοφόρο δάπεδο, το εκκύκλημα, παρουσίαζαν μόνο ομοιώματα νεκρών ..Όποιος με ξαναδιακόψει την έβαψε…
Μ11: Εμένα πάλι ξέρετε τι απασχολεί το μυαλό μου;
Μ5: Το ποιο;
Μ11: Αυτό που δεν έχεις! Έχουμε καταλήξει τι ρούχα θα φορέσουμε; Το μακιγιάζ;
Μ2: Ποιος θα παραγγείλει τις πίτσες στο τέλος της παράστασης!
Μ7: Εδώ δεν μπορούμε να κάνουμε μια πρόβα της προκοπής και αυτοί το χαβά τους! Τα ρούχα, το μακιγιάζ και τις πίτσες!!
Μ12: Εδώ που τα λέμε έχουν και ένα δίκιο! Οι Αρχαίοι, μάθαμε ότι έδιναν μεγάλη σημασία στην μεταμφίεση των ηθοποιών ενώ πλούσιοι Αθηναίοι χορηγούσαν τις παραστάσεις και κάλυπταν τα έξοδα των ηθοποιών και του χορού! Δεν πιστεύω να άφηναν τους ηθοποιούς νηστικούς;
Μ1:ΩΧ ΠΕΙΝΑΣΑ ΜΕ ΤΗΝ ΚΟΥΒΕΝΤΑ ….
ΙΣΜΗΝΗ: ΠΑΨΤΕ ΒΡΕ ΠΑΙΔΙΑ !!!ΣΥΝΕΧΙΖΩ ΕΙΠΑ!
ΑΠΕΥΘΥΝΕΤΑΙ ΣΤΗΝ ΑΝΤΙΓΟΝΗ
έπειτα σκέψου,πως αυτοί που εξουσιάζουν
 δύναμη πιο μεγάλη  έχουν  κι ανάγκη
να  τους υπακούμε  σ' αυτά και σε ακόμα
χειρότερα
Εγώ λοιπόν αφού παρακαλέσω
αυτούς στον κάτω κόσμο να  με συγχωρήσουν
Θα υποταχτώ στους άρχοντες
Το κάνω από ανάγκη
γιατί να επιθυμείς το αδύνατο
Είναι μεγάλη τρέλα..
ΑΝΤΙΓΟΝΗ
Ούτε θα σε παρακαλούσα, μα ούτε
κι αν το' θελες ακόμα θα δεχόμουν
μ' ευχαρίστηση εγώ τη σύμπραξή σου·
μείνε με τις ιδέες σου εσύ, μα εκείνον
θα θάψω εγώ· γλυκός για μένα θα 'ναι,
σαν θα το κάμω, ο θάνατος· μαζί του,
αγαπημένη πλάι σ΄ αγαπημένο
θα κείτομαι, για τ' άγιο έγκλημά μου
γιατ' ειν' ο χρόνος πιο πολύς που πρέπει
στους κάτω πάρα στους εδώ άρχοντες  ν' αρέσω,
αφού με κείνους θα 'μαι αιώνια· εσύ
μπορείς, αν θέλεις, να περιφρονείς
τα τίμια των θεών.
Μ7: Η Αντιγόνη είναι μια γυναίκα με πάθος.
ΜΙ: Ναι, σαν τη  Μαρί Κλαίρ
Μ7: Την ποια;
Μ1: Δεν ξέρω , μια που κορόιδευε η μάνα μου. Από μια παλιά διαφήμιση νομίζω..
Μ8 : Και κάτι ακόμα που με τρελαίνει. Η Αντιγόνη που θέλει να  παραβιάσει το νόμο του Άρχοντα  θεωρείται ηρωίδα..Όταν το κάνω εγώ, μου δίνουν αποβολή…
ΑΝΤΙΓΟΝΗ: Η Αντιγόνη  έχουμε πει, υπακούει στους άγραφους νόμους της εποχής της και όχι στην αυθαίρετη  βούληση ενός άδικου άρχοντα που  τη βαφτίζει νόμο.
Μ8: Τα ίδια λέμε. Γιατί όλοι οι νόμοι σήμερα είναι δίκαιοι; Αυτοί που κάνουν περικοπές στο κοινωνικό κράτος , που στοιβάζουν τους μαθητές στις τάξεις  για να πληρώνουν λιγότερους καθηγητές, που σε οδηγούν στην αυτοκτονία επειδή δεν έχεις να πληρώσεις , που… Και σου λένε είναι νόμος. Αν μπορείς , αμφισβήτησέ τον…
ΑΝΤΙΓΟΝΗ: Στην Δημοκρατία οι άνθρωποι πρέπει να τα θυμούνται αυτά όχι μόνο όταν ψηφίζουν αλλά συνεχώς. Και να προσπαθούν  με αγώνες να τα αλλάξουν.
Μ8: Τέλος Πάντων, εγώ λέω ότι δεν διδασκόμαστε τίποτα από αυτά που διαβάζουμε. Τα αντιμετωπίζουμε σαν γράμμα νεκρό και όχι  σαν αφετηρία για σκέψη…
Μ6: Παιδιά, τέρμα οι φιλοσοφίες. Κι αν θες να ξέρεις, αυτό που εμείς  κάνουμε, αναιρεί αυτό που  μόλις τώρα είπες. Τα κείμενα αυτά δεν είναι νεκρό γράμμα. Είναι αφετηρία για σκέψη. Οι κυρίες μας είπαν ότι τα απαγόρευαν στις δικτατορίες..
ΠΑΜΕ ΠΑΡΑΚΑΤΩ ΤΩΡΑ..ΕΤΟΙΜΑΣΤΕΙΤΕ ΚΡΕΟΝΤΑΣ -ΑΝΤΙΓΟΝΗ
ΚΡΕΟΝΤΑΣ
Εσύ, σε σένα λέγω, που  σκύβεις
το κεφάλι στη γης, ομολογείς
ή αρνείσαι πως το έχεις κάνει;
ΑΝΤΙΓΟΝΗ
Και ομολογώ και διόλου δεν το αρνούμαι …
ΚΡΕΟΝΤΑΣ
Εσύ  (ΣΤΟΝ ΦΎΛΑΚΑ  ΠΟΥ ΦΕΡΝΕΙ ΤΗΝ ΑΝΤΙΓΟΝΗ ΜΠΡΟΣΤΑ ΤΟΥ) μπορείς να  φύγεις, όπου θέλεις,
λεύτερος απ’ την κάθε πια υποψία.
Λέγ’ εσύ τώρα, κι όχι πολλά λόγια
μα σύντομα· ήξερες το κήρυγμα
που πρόσταζε μην κάνει αυτό κανένας;
ΑΝΤΙΓΟΝΗ
Το ήξερα, πώς  όχι;; Γνωστό ήταν σ’ όλους.
ΚΡΕΟΝΤΑΣ
Και τόλμησες λοιπόν να παραβείς
αυτόν το νόμο;
ΑΝΤΙΓΟΝΗ
Ναι, γιατί δεν ήταν
ο Δίας, που μου τα χει αυτά κηρύξει
ούτε η συγκάτοικος με τους θεούς
του Κάτω κόσμου, η Δίκη, αυτούς τους νόμους
μες στους ανθρώπους όρισαν· και μήτε
πίστευα τόση δύναμη πως έχουν
τα δικά σου κηρύγματα, ώστ’ ενώ είσαι
θνητός να μπορείς των θεών τους νόμους
τους άγραφτους κι ασάλευτους να βιάζεις.
γιατί όχι σήμερα και χτες, μα αιώνια
ζουν αυτοί, και κανείς δεν το γνωρίζει
από πότε φανήκαν- κι εγώ
ποτέ δε θα μπορούσα από φόβο για την εξουσία
ενός θνητού  να παραβώ τους νόμους των θεών
και να τιμωρηθώ γι αυτό.
πως θα πεθάνω το ‘ξερα· πώς όχι;
και δίχως τα κηρύγματά σου εσένα·
κι αν θα πεθάνω πριν της ώρας μου,
κέρδος εγώ το λέω αυτό, γιατί όποιος
ζει  μέσα σε τόση, όση εγώ, δυστυχία,
πώς να μην του είναι ο θάνατός του κέρδος ;
έτσι κι εγώ δεν λογαριάζω
τον πόνο του θανάτου αυτού· μα αν ήταν
και το ανεχόμουν άταφος να μείνει
της μητέρας μου ο γιός στο θάνατό του,
αυτό θα μου ήταν πόνος· γι’ αυτά τ’ άλλα
καθόλου δεν πονώ· κι αν τώρα εσύ
για άμυαλη με περνάς γι’ αυτά που κάνω,
ο άμυαλος ίσως γι’ άμυαλη με παίρνει.
ΧΟΡΟΣ
Δείχνει  το  ωμό το φυσικό της κόρης
πως είναι από πατέρα ωμό· δεν ξέρει
να σκύβει  στις δυστυχίες κεφάλι.
ΚΡΕΟΝΤΑΣ
Μα μάθε πως οι πιο σκληρές οι γνώμες
αυτές είναι που περισσότερο λυγίζουν
κι όσο γερό το σίδερο και να 'ναι
όταν στην πύρα της φωτιάς σκληρύνει,
τότε θα δεις πώς σπάει και ραγίζει·
και τ' άλογα τα πιο βαρβάτα, ξέρω,
ένα μικρό  δαμάζει  χαλινάρι.
Και φυσικά δεν πρέπει να μεγαλοπιάντεται
όταν είναι κανείς δούλος των άλλων.
………………………………………….
ΚΡΕΟΝΤΑΣ: Υποβολέας ρε παιδιά:!! Τι λέω παρακάτω; Τόσα λόγια έχω ..Πως να τα θυμηθώ απέξω;
Μ6: Μα εσύ δεν είσαι που έχεις όλο το πακέτο; Και έχεις μάθει και τα λόγια σου!!(προσπαθεί να τον βοηθήσει)
Μ11: Εγώ πάλι οφείλω να επαναφέρω την κουβέντα στα ρούχα και στο μακιγιάζ!
 ΚΡΕΟΝΤΑΣ: Κλείστε της το στόμα ρε παιδιά!!!!!
ΣΥΝΕΧΙΖΕΙ Ο ΚΡΕΟΝΤΑΣ
Κι αυτή ήξερε το θράσος της να δείξει
και τότε που τους νόμους μας πατούσε,
και δεύτερο αυτό θράσος της, αφού έχει
κάνει την πράξη και να την καυχιέται
και να γελά με το κατόρθωμά της.
Δεν είμαι εγώ, αυτή 'ναι τώρα ο άντρας,
αν ατιμώρητα έτσι την κρατήσει
την εξουσία αυτή· μα ας είναι παιδί
της αδερφής μου, και
η πιο στενή από αίμα συγγενής μου
αυτή και η αδερφή της
δε θα γλυτώσουν απ' τον πιο κακό
το θάνατο· γιατί το ίδιο και κείνην
κατηγορώ, πως είχε μελετήσει
την ταφή του νεκρού. Φωνάξετέ την
ευθύς εδώ· την είδα τώρα μέσα
που έκανε σαν τρελή κι αλλοπαρμένη·
γιατί η ψυχή αυτών  που σχεδιάζουν
στα σκοτεινά μιαν όχι καλή πράξη,
προδίδεται συχνά και πριν την κάνουν·
Και σιχαίνομαι αυτόν που όταν πιαστεί
να κάνει μια άτιμη πράξη
με λόγια ωραία να τη στολίζει.
Μ6:Α !μπράβο!! Αυτό που κάνει συνήθως η αδελφή μου!! Κάνει  πρώτα τις βλακείες της και μετά τις παρουσιάζει ως κατορθώματα !!1
ΚΡΕΟΝΤΑΣ : (θυμωμένα) Αν μας ξαναπείς για την αδελφή  σου την έβαψες!!!
ΑΝΤΙΓΟΝΗ:  ΕΛΑΤΕ ΡΕ ΠΑΙΔΙΑ!!!ΣΥΝΕΧΙΖΩ!!!
ΑΝΤΙΓΟΝΗ
Σκότωσέ με λοιπόν, θες τίποτα άλλο;
ΚΡΕΟΝΤΑΣ
Εγώ; Τίποτα απολύτως.  έχω αυτό, όλα τα ‘χω.
ΑΝΤΙΓΟΝΗ
Τι αργείς λοιπόν; γιατί καμιά δε βρίσκω
στα λόγια σου ευχαρίστηση, και μακάρι
 ποτέ μου  να μη βρω!! το ίδιο για  σένα
ευχάριστες οι πράξεις μου δε σου είναι.
Αν και από πού  θα βρω δόξα πιο μεγάλη
 παρά θάβοντας τον ίδιο
τον αδερφό μου; Θα ομολογούσαν
κι όλοι αυτοί εδώ πως μ’ επιδοκιμάζουν,
αν φόβος δεν τους έκλεινε τη γλώσσα·
μα οι τύραννοι , εκτός από όλα
τα αγαθά που χαίρονται, μπορούνε
να λένε και να κάνουν ό,τι θέλουν.
ΚΡΕΟΝΤΑΣ
Αυτό  είσαι η μόνη που το βλέπεις.
ΑΝΤΙΓΟΝΗ
Βλέπουν κι αυτοί· μα από το φόβο το δικό σου δεν μιλάνε
ΚΡΕΟΝΤΑΣ
Και εσύ δεν ντρέπεσαι να ξεχωρίζεις έτσι απ΄ όλους;
ΑΝΤΙΓΟΝΗ
Όχι, ντροπή δεν το ‘χω
να τιμώ αυτούς που είμαστε από την ίδια μάνα.
ΚΡΕΟΝΤΑΣ
Και από την ίδια μάνα  δεν είν΄ και κείνος
που  έπεσε απ΄ το δικό του χέρι;
ΑΝΤΙΓΟΝΗ
Από την ίδια μάνα και πατέρα.
ΚΡΕΟΝΤΑΣ
Πώς λοιπόν πρόσφερες τιμές σ΄ αυτόν,  πού είναι
ασέβεια για  τον άλλον;
ΑΝΤΙΓΟΝΗ
Ο πεθαμένος έχει άλλη γνώμη
ΚΡΕΟΝΤΑΣ
Αφού όμοια τον τιμάς με τον ανόσιο;
ΑΝΤΙΓΟΝΗ
Σκοτώθηκε όχι σκλάβος, μα αδερφός του.
ΚΡΕΟΝΤΑΣ
Κουρσεύοντας τη χώρα του, ενώ εκείνος
υπερασπίζοντάς την.
ΑΝΤΙΓΟΝΗ
Όμως ο Άδης
ποθεί τους νόμους που έχει, ίδιους  για όλους..
ΚΡΕΟΝΤΑΣ
Μα όμοιος με τον καλό ο κακός δεν είναι
για να ΄χουν ίση ανταμοιβή μετά τον θάνατό τους!!!
ΑΝΤΙΓΟΝΗ
Ποιος ξέρει
αν έχουν αυτά πέραση εκεί κάτω.
ΚΡΕΟΝΤΑΣ
Ποτέ μου ο  εχθρός δε θε να γίνει φίλος
ούτε κι αφού πεθάνει.
ΑΝΤΙΓΟΝΗ
Εγώ δεν γεννήθηκα
για να μισώ αλλά για να αγαπώ..
M6:( ΑΦΗΡΗΜΕΝΗ )Κι εγώ γεννήθηκα για να τον αγαπώ αλλά αυτός αγαπάει τη διπλανή μου!!!! ΚΑΝΕΙ ΠΩΣ ΚΛΑΙΕΙ..
ΚΡΕΟΝΤΑΣ: Δίκιο βουνό έχει ο άνθρωπος! Πώς να σε αντέξει!!!!
ΚΡΕΟΝΤΑΣ
Σαν πας λοιπόν κάτω απ’ τη γη, αφού πρέπει
και καλά ν’ αγαπάς, αγάπα εκείνους
που ‘ναι εκεί κάτω· μα όσο εγώ θε να ‘μαι
στη ζωή, γυναίκα δε θα εξουσιάσει…
Μ3 ΑΝΤΙΓΟΝΗ: Πως ήμουν; Ήμουνα καλή;;; Απέδωσα  σωστά  τον χαρακτήρα, τα υψηλά νοήματα, το ήθος…
Μ1:Σύνελθε γκαρσόνα Β!! Χάλια τα είπες !!Βέβαια ο ρόλος σου ταιριάζει γάντι. Τέτοια γλωσσού είσαι και εσύ σαν την Αντιλόπη..
Μ3: Αντιγόνη βρε νούμερο!! Αντιγόνη!!! Που θα με πεις και γκαρσόνα Β!! Δεν κοιτάς τα χάλια σου! Που παίζεις τον Κρέοντα λες και είσαι ο βασιλιάς των δαχτυλιδιών!
Μ6:  Άστον να λέει μια χαρά τα είπες!!Και η Αντιγόνη δεν είναι καθόλου γλωσσού. Είναι ευσεβής και γενναία μια και αψηφά την εξουσία του Κρέοντα και κάνει το καθήκον της απέναντι στον αδελφό της και στους άγραφους νόμους των θεών που απαιτούν να θάβονται οι νεκροί…
Μ 5: Αφού τον λέει άμυαλο τον άνθρωπο, κοτζάμ βασιλιά!!Ανόητο δηλαδή! Αντί να ζητήσει συγγνώμη γονατιστή…. .Στο κάτω κάτω έχει δίκιο ο Κρέοντας που τα παίρνει στο κρανίο!
M7: Πάντως το ξαναλέω!!! Από καλή οικογένεια αυτή η Αντιγόνη !Ο πατέρας της ο …
Μ8: Ο  Οιδίποδας..
Μ7: Άντε γεια σου αυτός, σκότωσε τον πατέρα του χωρίς να το ξέρει, παντρεύτηκε τη μάνα του χωρίς να το ξέρει, και ήταν και πολύ καρπερός παρακαλώ!!! Χωρίς να το ξέριε!!! Δυο κόρες και δυο γιους..ΤΗΝ Αντιγόνη , την Ισμήνη, τον Ετεοκλή και τον Πολυνείκη!!! Οι δυο τελευταίοι αλληλοσκοτώθηκαν …Και όλα αυτά χωρίς να το ξέρει, επαναλαμβάνω, ότι είναι πατροκτόνος και αιμομείκτης!!!Και το ερώτημα που προκύπτει είναι: Δεν ήξερες …Δε ρώταγες;
Μ6 : Εσύ αμέσως να γελοιοποιήσεις την ιστορία!!Ο Οιδίποδας αν θες να ξέρεις προσπάθησε να ανακαλύψει ποιος πραγματικά είναι, όταν έμαθε ότι είναι υιοθετημένος από τον βασιλιά της Κορίνθου…
Μ7: Μπα πώς το προσπάθησε παρακαλώ; Μήπως πήγε στο Πάμε Πακέτο;
Μ8: Στο Μαντείο των Δελφών ανόητε!! Αλλά δεν κατάφερε να ξεφύγει από τη κακή του μοίρα….. Η Πυθία του είπε: Μη γυρίσεις στην πατρίδα σου γιατί θα σκοτώσεις τον πατέρα σου και θα παντρευτείς τη μάνα σου!!  Κι αυτός αντί να πάει στην Κόρινθο πήγε στη Θήβα .Εκεί που ζούσαν οι πραγματικοί γονείς του!!!Αυτός βέβαια χαμπάρι!!
Μ5: Καλά και τον πατέρα του πώς τον σκότωσε;
Μ7: Καθώς γύριζε λοιπόν ο Οιδίποδας από τους Δελφούς και πήγαινε στη Θήβα συνάντησε τον πατέρα του και βασιλιά της Θήβας τον Λάιο σε ένα σταυροδρόμι..Οι άμαξές τους συναντήθηκαν δηλαδή και καθώς δεν υπήρχε τότε στοπ, ούτε φανάρια , και ήταν και οι δυο  θερμόαιμοι οδηγοί-ο Οιδίποδας σαν πιο νέος θεώρησε ότι έχει προτεραιότητα Και ο Λάιος τότε του είπε: Στο δικό μου το χωριό έχεις εσύ προτεραιότητα; Έπεσε ξύλο και ο Οιδίποδας σαν πιο δυνατός…
Μ5: Κατάλαβα!! Καλό παιδί και ο Οιδίποδας ..αμάν αυτοί οι Αρχαίοι..Πολύ αίμα βρε παιδάκι μου  ..Ποτέ βέβαια πάνω στη σκηνή Τα είπαμε αυτά …
Μ7: Και τη μάνα του πως την παντρεύτηκε;
Μ3: Έλυσε το αίνιγμα της Σφίγγας που έτρωγε τους Θηβαίους που δεν απαντούσαν. Η Ιοκάστη για να τον ευχαριστήσει τον έκανε βασιλιά και τον παντρεύτηκε…Αυτά..
Μ7: Αυτά είναι..Από την εξυπνάδα του την έπαθε ο άνθρωπος ..Καλά κάνω εγώ και δεν πολυδιαβάζω..Είδατε ο Οιδίποδας τι έπαθε που ήταν πρώτος μαθητής και τα ήξερε όλα;
Μ8: Εσύ δεν πολυδιαβάζεις γιατί είσαι αδιόρθωτος τεμπέλης..Έχεις όμως ένα δίκιο. Σύμφωνα με τους αρχαίους έλληνες ο άνθρωπος που νομίζει ότι τα ξέρει όλα γίνεται εγωιστής και υπερόπτης..Δεν σέβεται ούτε ανθρώπους ούτε θεούς , δίνει σημασία στην επιφάνεια και όχι στην ουσία των πραγμάτων και το κυριότερο..Κάνει τα πάντα για την εξουσία… Διαπράττει δηλαδή ύβρη ….
Μ1: Μα που κολλάει η Δίβρη;
Μ3: Ύβρη ανόητε! Ύβρη! Δηλαδή το να ξεπερνάς τα ανθρώπινα μέτρα και να γίνεσαι αλαζονικός! Και τότε  δεν αργεί η οργή των θεών και η τιμωρία. Ο Οιδίποδας όμως είχε μια εντιμότητα. Όταν έμαθε την αλήθεια, αντιμετώπισε τις ευθύνες του, δεν κρύφτηκε όπως κάνουν πολλοί που διαθέτουν εξουσία και σε μια συμβολική κίνηση έβγαλε τα μάτια του – όπως το έχουμε ήδη πει-με τα ίδια του τα χέρια γιατί  όταν τα είχε  δεν έβλεπε αυτά που έπρεπε να δει..Και αυτοεξορίστηκε από τη Θήβα!!
Μ1: Πολύ γκαντέμης αυτός ο Οιδίποδας αλλά μάγκας… Ανέλαβε τις ευθύνες του Όπως εγώ ένα πράμα!!
Μ3: Μίλησε και ο ορισμός του ανεύθυνου!!Εσύ που κουτουλάς στις πόρτες επειδή κοιμάσαι όρθιος και περιμένεις να σου ζητήσουν συγγνώμη!!!
Μ1:  Πολύ αστείο, γαργαλίστε με!!!Τέλος πάντων !!Για να επανέλθουμε στην Αντιγόνη, εγώ δεν την παντρευόμουνα που να με παρακάλαγε! Απορώ με τον Αίμονα – τον γιο του Κρέοντα- που την είχε ερωτευτεί!!! Ευτυχώς που πρόλαβε ο πατέρας του και την έστειλε να παντρευτεί στον Άδη!!
ΚΟΡΟΙΔΕΥΤΙΚΆ!!!!
Τάφε μου, κρεβάτι νυφικό,
σπίτι μου  στη βαθιά τη γη
 κι αιώνιο κελί μου, 

έρχομαι να βρω τους δικούς μου νεκρούς 

που μέγα πλήθος η Περσεφόνη φίλεψε.
Μ3! Κι όμως ανόητε!!! Με αφορμή αυτόν τον έρωτα ο Σοφοκλής έγραψε τον ωραιότερο ύμνο σε αυτό το   συγκλονιστικό ανθρώπινο συναίσθημα…
ΜΠΑΙΝΟΥΝ  ΣΤΗ ΣΚΗΝΗ ΟΙ ΜΑΘΗΤΕΣ ΠΟΥ ΕΧΟΥΝ ΑΝΑΛΑΒΕΙ ΤΟ ΧΟΡΙΚΟ.
ΑΡΧΑΙΟ ΚΕΙΜΕΝΟ
ΧΟ. Ἔρως ἀνίκατε μάχαν,  Ἔρως, ὃς ἐν κτήμασι πίπτεις, ὃς ἐν μαλακαῖς παρειαῖς νεάνιδος ἐννυχεύεις, 785 φοιτᾷς δ᾽ ὑπερπόντιος ἔν τ᾽ ἀγρονόμοις αὐλαῖς·
Έρωτα εσύ που κανείς δε σε νίκησε
Έρωτα που όλα  ειν΄ δικά  σου
Που νυχτοπερπατάς στον κοριτσιών τα τρυφερά τα μάγουλα
Και πάνω από τις θάλασσες και τις στεριές πλανιέσαι
Κανένας δε σου ξέφυγε ούτε θεός ουτ΄ άνθρωπος
Κι όποιον κρατάς τον ξετρελαίνεις
Εσύ αλλάζεις τα μυαλά των λογικών για το χαμό τους
Εσύ τον πόλεμο άναψες αυτόν ανάμεσα σε γιο και σε πατέρα
Μα νικητής πατώντας πάνω στους μεγάλους νόμους
Ειν΄ ολοφάνερος ο πόθος για τα μάτια της πανώριας κόρης
Που παιχνιδίζεις μέσα τους Εσύ
Ακατανίκητος Θεός, Έρωτα ,γιε της Αφροδίτης…

Μ1: Αυτός ο ωραιότερος ύμνος!!Ας γελάσω!!Τότε αυτός τι είναι;
Μ8: Ποιος;
Μ1: ΑΥΤΟΣ Ακούγεται γνωστό λαϊκό άσμα:
Μ3: Απαίδευτε Λαϊκέ τύπε..Πού το θυμήθηκες αυτό ; Πες το  μας ότι έχεις τα ίδια γούστα με τον παππού σου!!!  ΠΡΟΧΩΡΑΜΕ ΣΤΟ ΧΟΡΙΚΟ ΤΗΣ ΜΗΔΕΙΑΣ ΤΟΥ ΕΥΡΙΠΙΔΗ ΓΙΑ ΤΟΝ ΕΡΩΤΑ!!!
Έρωτα εσύ, με περισσή   
όταν λαβώνεις δύναμη,
μηδ’ όνομα καλό από σε 
μηδ’ αρετή μπορεί να βγει.
Μα μετρημένα αν πορευτεί
η Κύπριδα, άλλη σαν αύτη
θεά δεν έχει νοστιμιά.
Ω δέσποινα μου, απάνου μου
με το χρυσό δοξάρι σου 
΄


μη ρίξεις την αφεύγατη
σαγίτα, πούχει την αιχμή
βαμμένη στην αποθυμιά.

Μ3: Μήδεια και Ιάσονας !!Άλλοι τρελοί αυτοί και από τις καλύτερες οικογένειες…To μόνο που φοβάμαι είναι πως το συγκεκριμένο εργάκι θα βάλει ιδέες στη μάνα μου!!!

Μ6: ΜΙΑ ΜΑΘΗΤΡΙΑ ΔΙΑΒΑΖΕΙ ΔΥΝΑΤΑ






Η Μήδεια είναιτίτλος τραγωδίας πουέγραψεο Ευριπίδης και διδάχθηκε (παίχτηκε) το 431 π.Χ Όταν ξεκινάει ο αιμοβόρος Πελοποννησιακός πόλεμος. Αυτός που σαν τη Μήδεια θα σκοτώσει τα παιδιά της Ελλαδας.
Ο Ιάσων προδίδοντας την γυναίκατου Μήδεια και τα παιδιά του θέλησε να παντρευτεί  τη Γλαύκη την κόρη του Βασιλιά της Κορίνθου, Κρέοντα. Η δε Μήδεια προκειμένου να τον  εκδικηθεί στέλνει δηλητηριώδη δώρα με τα οποία φονεύει τόσο την νύφη όσο και τον πεθερό. Στη συνέχεια, αφού σφάζει τα ίδια της τα παιδιά Φέρητα και Μέρμερο, για να τιμωρήσει τον άπιστο σύζυγό της, με την βοήθεια άρματος που το σέρνουν φτερωτοί δράκοντες , καταφέρνει να ξεφύγει .
Ο ποιητής απεικονίζει τη μανία,  την αγριότητα  και την παραφροσύνη που μπορεί να φθάσει η απατημένη σύζυγος  από  την συζυγική απάτη.
Μ1: Αμαρτίες γονέων παιδεύουσι τέκνα..Δεν πιστεύω να σοκάρεσαι; Πόσες φορές δεν βλέπουμε παιδιά να καταστρέφονται από τις κακές επιλογές των γονιών τους!!!Απλώς στο θέατρο, όλα παρουσιάζονται με μια υπερβολή..Για να προβληματίσουν τους θεατές και να τους διδάξουν..
Μ8: Και πάντοτε έρχεται η κάθαρση στο τέλος..Η αποκατάσταση δηλαδή της ηθικής τάξης ..Οι κακοί τιμωρούνται, οι καλοί που πάσχουν χωρίς να φταίνε δικαιώνονται και οι θεατές πάνε στο σπίτι τους ήρεμοι και ευτυχισμένοι!!
Μ7: Ναι ήρεμοι και ευτυχισμένοι!!!Για να κλειστεί ο καθένας στο δωμάτιό του με τα ακουστικά του μπροστά στον υπολογιστή και να συνεχίσουν την ίδια ανούσια ζωή τους!!
Μ3: Το θέμα που θίγειςι τώρα είναι άλλο και δεν μπορεί να λυθεί σε τούτη την παράσταση!!Η αποξένωση των ανθρώπων σε μια κοινωνία που το μόνο εύκολο είναι η επικοινωνία!!!Ίσως αποτελέσει σενάριο για του χρόνου..ΜΠΑΑ!..ΕΧΟΥΝ ΚΟΥΡΑΣΤΕΙ ΟΙ ΚΥΡΙΕΣ!!!ΤΟΥ ΧΡΟΝΟΥ ΒΛΕΠΩ ΝΑ ΤΟ ΠΑΙΡΝΟΥΝ ΧΑΛΑΡΑ!!!Τώρα συγκεντρωθείτε!!!Ποια τραγωδία έχει σειρά;
Μ8:Η ΕΛΕΝΗ ΤΟΥ ΕΥΡΙΠΙΔΗ!!!! ΝΑ ΕΤΟΙΜΑΣΤΟΥΝ Ο ΜΕΝΕΛΑΟΣ Η ΕΛΕΝΗ ΚΑΙ Ο ΧΟΡΟΣ..ΓΡΗΓΟΡΑ
Μ 6:ΜΙΑ ΜΑΘΗΤΡΙΑ ΔΙΑΒΑΖΕΙ:
Η Ελένη είναι τραγωδία του Ευριπίδη που διδάχτηκε (παίχτηκε) το 412 π.Χ. μετά την σικελική εκστρατεία όπου καταστράφηκε ολοσχερώς ο αθηναϊκός στόλος .
Ο Μενέλαος μετά από την άλωση της Τροίας κατέπλευσε στην Αίγυπτο όπου συνάντησε την  πραγματική Ελένη και έμαθε με κατάπληξη ότι η «εν Τροία» Ελένη ήταν ένα ψεύτικο είδωλο.. Η πραγματική του σύζυγος ήταν κρυμμένη στην Αίγυπτο καθ’ όλη τη διάρκεια του πολέμου και ο καταστροφικός πόλεμος της Τροίας είχε βασιστεί σε ένα ψέμα. Ο βασιλιάς της Αιγύπτου Θεοκλύμενος θέλει να νυμφευθεί την Ελένη αλλά εκείνη με τον Μενέλαο που τελικά συναντά καταφέρνουν και δραπετεύουν στο τέλος.. Το έργο χαρακτηρίζεται ως αντιπολεμικό δράμα.
ΕΛΕΝΗ: ΣΙΩΠΗ ΟΛΟΙ ΞΕΚΙΝΑΩ
ΕΛE. Γυναίκες της Ελλάδας, αχ!
κούρσεµα καραβιού βαρβαρικού, 225
ήρθε ένας ναύτης Αχαιός,
ήρθε και πόνους µου ’φερε
βαριούς στους πόνους που έχω.
Την γκρεµισµένη τώρα Τροία
την τρώει ανέλεη φωτιά 230
φταίω εγώ για τόσους φόνους
και τ’ όνοµά µου, που ένα πλήθος
σώριασε δυστυχίες. Η Λήδα
πέρασε βρόχο στο λαιµό της
και πέθανε για τις ντροπές µου. 235
Στο πέλαο, παραδέρνοντας,
ο άντρας µου είναι πια χαµένος
ο Κάστορας κι ο Πολυδεύκης,
διπλό καµάρι της πατρίδας,
έγιναν άφαντοι κι αφήσαν 240
έρηµες τις παλαίστρες, πλάι
στις καλαµιές του Ευρώτα, δίχως
αλόγων ποδοβολητά.

XOP. Άα! Τύχη πολυστέναχτη
και πικραµένη µοίρα που έχεις! 245
Αγλύκαντη ζωή από τότε
που σ’ έσπειρεν ο ∆ίας, όταν
σαν κύκνος λευκοφτέρουγος
αστράφτοντας µες στον αιθέρα
µπήκε στης µάνας σου τον κόρφο. 250
Ποια συµφορά σού λείπει τάχα;
Ποια δυστυχία δεν έχεις υποφέρει;
Κρεµάστηκε η µητέρα σου,
τα δυο σου αδέλφια, δίδυµα του ∆ία
βλαστάρια, δε χαρήκαν τη ζωή τους. 255
∆ε βλέπεις την πατρίδα πια
κι ολούθε λεν στις πολιτείες
πως µ’ ένα βάρβαρο, κυρά µου,
σ’ άτιµο πλάγιασες κρεβάτι.
Πνίγηκε µες στα κύµατα ο καλός σου, 260
κι ούτε ποτέ στο πατρικό
παλάτι σου χαρά θα δώσεις
και στης Χαλκίοικης το ναό
ΕΛE.
Ω! Τροία κακορίζικη, 405
ρηµάχτηκες για κάτι που δεν έγινε
και τόσα υπόφερες δεινά
τα δώρα που µου χάρισεν η Κύπρη
ατέλειωτα γεννήσαν µοιρολόγια,
αρίφνητο αίµα, δυστυχίες 410
πάνω στις δυστυχίες,
θρήνους στους θρήνους, συµφορές…
Μανάδες χάσαν τα παιδιά τους
στο φρυγικό του Σκάµαντρου το ρέµα
ρίξανε τα κοµµένα τους µαλλιά 415
των σκοτωµένων οι αδελφές.
Με πικρούς βόγγους και κραυγές
θρηνολογήσαν οι Ελληνίδες,
χεροχτυπώντας το κεφάλι απελπισµένα
και µε τα νύχια σκίζοντας, µατώνοντας 420
τα τρυφερά τους µάγουλα….
ΧΟΡΟΣ
Άκουσα τη µάντισσα που µέσα
στο παλάτι ξάστερα το είπε
ο Μενέλαος δεν επήγε
στον τρισκότεινο τον Άδη,
δεν τον σκέπασεν ο τάφος, 580
µα στο πέλαο παραδέρνει
και δεν έφτασεν ακόµη
στα λιµάνια της πατρίδας
ο βαριόµοιρος πλανιέται χωρίς φίλους
από τότε που άφησε την Τροία 585
και γυρνάει µε το καράβι
δώθε κείθε σ’ ακρογιάλια ξένα.
ΕΛΕΝΗ
Άα, ποιος είναι αυτός; Ο ανόσιος του Πρωτέα
γιος µηχανεύεται για µε παγίδες;
Σα γρήγορο πουλάρι ή σα Μαινάδα
δεν πάω στο µνήµα; Μ’ όψη αγριεµένη 605
κάποιος µε κυνηγά για να µε πιάσει.
ΜΕΝΕΛΑΟΣ
Εσύ που φοβισµένη ορµάς απάνω
στου τάφου τα σκαλιά και στο βωµό του
µη φεύγεις, στάσου
ως είδα τη θωριά σου,
σάστισα και βουβός έχω αποµείνει.610
ΕΛE.
Ασέβεια, γυναίκες µ’ εµποδίζει
να πάω στο µνήµα αυτός και πιάνοντάς µε,
στο βασιλιά γυρεύει να µε δώσει,
για να µε παντρευτεί κι ας µην τον στέργω.
MEN.
∆ε βοηθάω κακούς ούτε είµαι κλέφτης. 615
ΕΛE.
Όµως η φορεσιά σου έτσι σε δείχνει.
MEN.
Στάσου, µην τρέχεις πια και µην τροµάζεις.
ΕΛE.
Στέκοµαι, γιατί αγγίζω αυτό το µέρος.
MEN.
Ποια είσαι; Ποια γυναίκα βλέπω µπρος µου;
ΕΛE.
Ρωτώ κι εγώ το ίδιο. Εσύ ποιος είσαι; 620
MEN.
Τόσο πολύ να µοιάζει άλλη δεν είδα.
ΕΛE.
Θεοί! Θεϊκό ’ναι να ’βρεις τους δικούς σου.
MEN.
Είσαι Ελληνίδα ή ντόπια από εδώ γύρω;
ΕΛE.
Ελληνίδα εσύ ποιος είσαι; Πες µου.
MEN.
Όµοια, απαράλλαχτη µε την Ελένη! 625
ΕΛE.
Κι εσύ µε το Μενέλαο, τα ’χω χάσει.
MEN.
Σωστά το δύστυχο µ’ έχεις γνωρίσει.
ΕΛE.
Μετά από χρόνια στη γυναίκα σου ήρθες.
MEN.
Γυναίκα µου; Σταµάτα, µη µ’ αγγίζεις.
ΕΛE.
Που σου ’δωσε ο Τυνδάρεως, ο γονιός µου. 630
MEN.
Φαντάσµατα αγαθά στείλε µου, Εκάτη.
ΕΛE.
Συντρόφισσα δεν είµαι της Εκάτης.
MEN.
Κι εγώ δεν έχω πάρει δυο γυναίκες.
ΕΛE.
Ποιας άλλης είσαι οµόκλινος κι αφέντης;
MEN.
Αυτής µες στη σπηλιά που ήρθε απ’ την Τροία. 635
ΕΛE.
Εµένα µοναχά γυναίκα σου έχεις.
MEN.
Σωστά δε βλέπω ή σάλεψεν ο νους µου;
ΕΛE.
Κοιτώντας µε για την Ελένη δε µε παίρνεις;
MEN.
Μοιάζετε στη θωριά, µα ολότελα όχι.
ΕΛE.
∆ε µε γνωρίζεις; Σκέψου, τι άλλο λείπει; 640
MEN.
Της µοιάζεις! τούτο βέβαια δεν τ’ αρνιέµαι.
ΕΛE.
Τα µάτια σου θα σου το φανερώσουν.
MEN.
Μα έχω άλλη γυναίκα, εδώ χαλάει.
ΕΛE.
Στην Τροία πήγε µόνο το είδωλό µου.
MEN.
Ίσκιους που δείχνουν ζωντανοί ποιος φτιάχνει; 645
ΕΛE.
Ο αιθέρας, που το ταίρι σου έχει πλάσει.
MEN.
Απίστευτα όσα λες θεός ο πλάστης;
ΕΛE.
Έργο της Ήρας, να µη µ’ έχει ο Πάρης.
MEN.
Μα σύγκαιρα στην Τροία κι εδώ πώς ήσουν;
ΕΛE
Τ’ όνοµα ολούθε πάει, όχι το σώµα. 650
MEN.
Άσε µε, µε περίσσιους ήρθα πόνους.
ΕΛE.
Μ’ αφήνεις, για να φύγεις µ’ έναν ίσκιο;
MEN.
Να χαίρεσαι που µοιάζεις στην Ελένη.
ΕΛE.
Άα! µόλις βρήκα τον άντρα µου, τον χάνω.
MEN. Της Τροίας τους µόχθους, όχι εσέ, πιστεύω. 655
ΕΛE. Αχ! πιότερο από µε δυστυχισµένη
δε βρίσκεται …µ’ αφήνουν οι δικοί µου
κι ούτε στους Έλληνες θα πάω και στην Ελλάδα.
ΑΓΓΕΛΙΑΦΟΡΟΣ
Σε γύρευα, Μενέλαε, και σε βρίσκω,
παντού στον ξένο τόπο τριγυρνώντας 660
µε στείλαν οι συντρόφοι µας να ψάξω.
ΜΕΝΕΛΑΟΣ
Τι τρέχει; Οι ντόπιοι µήπως σας ριχτήκαν;
ΑΓΓ.
Θαύµα τρανό τα λόγια δεν το φτάνουν.
ΜEN. Λέγε  κάτι σπουδαίο, µε τόση βιάση, θα ’χεις.
ΑΓΓ. Οι κόποι σου όλοι πήγανε χαµένοι. 665
ΜEN. Κλαις συµφορές παλιές.. ποιο το µαντάτο;
ΑΓΓ.
Εχάθηκε η γυναίκα σου πετώντας
µες στον αιθέρα ανέβηκε στα ουράνια
κι άφησε τη σπηλιά αδειανή που µέσα
την είχαµε είπε τούτα. «Τρωαδίτες 670
δυστυχισµένοι κι οι Έλληνες, για µένα
πεθάνατε στου Σκάµαντρου τις όχθες,
ξεγελασµένοι από της Ήρας τα έργα,
νοµίζοντας πως την Ελένη ο Πάρης
κρατούσε, όµως καθόλου δεν την είχε. 675
Αφού έµεινα όσο χρειαζόταν, τώρα,
που τέλειωσα της µοίρας τα γραµµένα,
στους ουρανούς πηγαίνω, στο γονιό µου.
Κι η δύσµοιρη Ελένη που δε φταίει,
φορτώθηκε τις ντροπιασµένες φήµες». 680
Χαίρε της Λήδας κόρη, εδώ βρισκόσουν;
Τους έλεγα πως πήγες ψηλά στ’ άστρα
φτερά δεν ήξερα πως έχεις. Όµως πάλι
δε θα σ’ αφήσω να µας περιπαίξεις ξανά,
φτάνουν τα πάθη που υποφέραν 685
ο άντρας σου στην Τροία κι οι σύµµαχοί του.
ΜEN. Αυτά µε κείνα σµίγουν συµφωνούνε
τα λόγια…. µου είπε αλήθεια. Ω! λαµπρή µέρα,
που µες στην αγκαλιά µου σ’ έχει φέρει….
ΑΓΚΑΛΙΑΖΟΝΤΑΙ

XOP.

Ο Αγγελιαφορος Αναγνωριζει
την Ελενη
  • Ποιες σκέψεις κάνει ο Aγγελιαφόρος για:
    • τους θεούς
    • την Ελένη
    • τον εαυτό του
ΑΓΓ.
Άσε, Μενέλαε, τη χαρά μαζί σας
να γευτώ· 
δεν την ξέρω, μα τη βλέπω.22
775
ΜEN.
Ζύγωσε, γέροντα, κι εσύ να κουβεντιάσεις.

ΑΓΓ.
Γι' αυτήνε δε μοχθήσαμε στην Τροία;

ΜEN.
Δεν είναι αυτή, οι θεοί μας ξεγελάσαν·
κρατούσαμε μια ολέθρια νεφέλη.
780
ΑΓΓ.
Τι λες;
Τόσος μόχθος κι αγώνας για έναν ίσκιο;

ΜEN.
Έργα της Ήρας και τριών θεών αμάχη.

ΑΓΓ.
Η αληθινή γυναίκα σου είναι τούτη;


ΜEN.
Αυτή· και να πιστέψεις όσα λέω.
785

ΑΓΓ.
Δυσκολονόητος ο θεός,23 παιδί μου·24
ολοένα αλλάζει. Εδώθε κείθε σέρνει,
πότε ψηλά, πότε βαθιά τα πάντα·
ο ένας δυστυχάει, ο άλλος όχι,






790






και τώρα δίχως κόπο η ευτυχία.
Δεν ντρόπιασες το γέροντα γονιό σου
και τους Διόσκουρους, δεν έχεις κάνει
όσα δεινά σου φόρτωσαν. Θυμάμαι
το γάμο σου,26 στο νου μου ξαναφέρνω
795






800






και δε συμπάσχει σε χαρές και λύπες,
δούλος κακός.28
 Εγώ κι αν είμαι σκλάβος,
θέλω μες στους καλούς να με λογιάζουν·

 να ’χω καρδιά και δούλο να με λένε.30
MEN.
Μόχθους πολλούς μαζί μου πολεμώντας
πέρασες, γέρο· τώρα, 
έλα, μοιράσου
την ευτυχία μου·31
 τρέξε στους συντρόφους
που μας απόμειναν και πες τα νέα·


πώς είναι εδώ τα πράγματα· ας προσμένουν
έτοιμοι στο γιαλό για τους αγώνες
που ’χω να κάνω ακόμη, 
αν θα μπορέσω,
καθώς ελπίζω, ετούτην απ’ τη χώρα
ν’ αρπάξω· ας αγρυπνούν κι όλοι ενωμένοι,
815

820




τίποτα δεν αξίζουν·35αν πιστεύεις
πως τα πουλιά ωφελούνε τους ανθρώπους,
ανόητος είσαι. Ο 
Κάλχας36 στο στρατό μας
δε μίλησε καθόλου, κι ας θωρούσε
να χάνονται οι δικοί του για έναν ίσκιο·
825






κούρσεψαν ανωφέλευτα τη χώρα·
θα πεις, δεν το ’θελε ο θεός·37 και γιατί τότε
πηγαίνουμε στους μάντεις; Όταν κάνεις
θυσίες στους θεούς, να τους γυρεύεις
τα καλά μόνο κι άσε τις μαντείες·
830






835



XOP.
Στα όσα είπε ο γέρος συμφωνώ· άμα
κερδίσεις τους θεούς, στο σπιτικό σου
την πιο μεγάλη μαντική έχεις μπάσει.


Μ1: Κατάλαβες φίλε μου ιστορία!!! Η Ελένη δεν πήγε ποτέ στην Τροία. Η Τροία κάηκε για το τίποτα και ο Πάρης κοιμότανε με έναν ίσκιο!!! ΚΟΙΜΗΘΗΚΑ ΩΡΑΙΟΤΑΤΑ ΜΕ ΤΟΝ ΙΣΚΙΟ ΣΟΥ ΑΓΑΠΗ ΜΟΥ!!ΚΑΙ ΔΕΝ ΡΟΧΑΛΙΖΕ ΚΙΟΛΑΣ…
Μ3: Κόφτο !!Πάλι δεν κατάλαβες  την ουσία της ιστορίας. Η τραγωδία παίχτηκε μέσα στον πελοποννησιακό πόλεμο Το είπαμε αυτό… Ο Ευριπίδης μιλώντας για έναν ίσκιο που έκαψε την Τροία , ουσιαστικά θέλει να προβληματίσει τους Αθηναίους για τις πραγματικές αιτίες του δικού τους πολέμου. Θέλει να τους κάνει να σκεφτούν.
Μ1: Και τι να σκεφτούν παρακαλώ; Πως θα απατούν τους συζύγους τους εφευρίσκοντας δικαιολογίες του τύπου: ΑΓΑΠΗ ΜΟΥ ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ ΑΥΤΟ ΠΟΥ ΝΟΜΙΖΕΙΣ!!ΔΕΝ ΣΕ ΑΠΑΤΩ ΕΓΩ ΑΛΛΑ Ο ΙΣΚΙΟΣ ΜΟΥ;;;;
Μ3: Όχι βέβαια!!!Να τους δείξει ότι είναι άλλο το φαίνεσθαι και άλλο το είναι..Ότι πολλές φορές η αλήθεια κρύβεται, νοθεύεται, στοχοποιείται.. Και ότι θα πρέπει να  έχουμε πάντα τα μυαλά μας  ανοιχτά για να τη δούμε!
Μ1: Πάντως πολύ ωραία δικαιολογία το βρίσκω αυτό το φαίνεσθαι και το είναι…
Μ5: Το φαντάζεσαι; Κύριε δεν κάνω  εγώ τη φασαρία  αλλά ο ίσκιος μου
Μ1: ή το άλλο..Πόσες ώρες παιδί μου είσαι στον υπολογιστή; Όχι εγώ μαμά μου ..Το όνομά μου..Το σώμα μου είναι στο γραφείο μου και μελετάει άλγεβρα!!!
Μ3: Μπορεί να φαίνεται αστείο το παραδέχομαι ..Αλλά είναι μύθος Τα παραμύθια όμως  όπως όλοι ξέρουμε κρύβουν αλήθειες..Και μια μεγάλη αλήθεια αυτού του μύθου είναι ότι συχνά παγιδευόμαστε από ψέματα που μας παρουσιάζονται αλλιώς..Λίγη προσοχή δεν βλάπτει!!!
Μ7: Πάντως για όσους από τους θεατές αγωνιούν για το τι έγινε παρακάτω, μην ανησυχούν καθόλου. Το κορίτσι το κέρδισε ο Μενέλαος. Κι ας  ήταν στο κακό του χάλι. Ναυαγός με ένα καραβόπανο στη μέση…
Μ8: Με τη συνεργασία της μάντισσας Θεονόης και του χορού κατάφεραν να ξεγελάσουν τον βασιλιά της Αιγύπτου Θεοκλύμενο που είχε μεγάλη καψούρα με την Ελένη και ήθελε να την παντρευτεί και έφυγαν για τη Σπάρτη..Το εργάκι είχε happy end….

ΜΙΑ ΜΑΘΗΤΡΙΑ ΣΗΚΩΝΕΤΑΙ ΚΑΙ ΤΟ ΚΛΙΜΑ ΑΛΛΑΖΕΙ: ΦΟΡΑΕΙ ΜΑΥΡΑ ΚΑΙ ΕΙΝΑΙ ΣΟΒΑΡΗ..ΤΑ ΠΑΙΔΙΑ ΤΗΝ ΑΚΟΥΝΕ ΜΕ ΠΡΟΣΟΧΗ

ΕΚΑΒΗ: Με λένε Εκάβη. Πρωταγωνιστώ σε δυο τραγωδίες του Ευριπίδη. Η μια φέρει το όνομά μου. ΕΚΑΒΗ. Η άλλη έχει τον τίτλο ΤΡΩΑΔΕΣ. Είμαι η βασίλισσα της Τροίας. Μετά τον πόλεμο έχασα τα πάντα..Κάηκε η πόλη  μου..Σφαγιάστηκε ο λαός μου.. Τα παιδιά μου, ο άντρας μου… Τον εγγονό μου, γιο του Έκτορα και διάδοχο του θρόνου τον πέταξαν από τα τείχη της Τροίας οι νικητές. Για την Ελένη ή μάλλον το είδωλό της..Με πήραν σκλάβα οι Αχαιοί σε ξένη χώρα. Μακριά από το δοξασμένο Ίλιον, τη γλυκιά μου πατρίδα..Και πάντα θα συμβολίζω τους αμάχους, τους πρόσφυγες  και τα θύματα όλων των πολέμων..Τις μάνες, τις αδελφές και τα παιδιά ..τα αθώα θύματα όλων των μαχών… Ζητώ αλληλεγγύη γι αυτούς ..Ζητώ ειρήνη…

ΟΙ ΜΑΘΗΤΕΣ ΤΡΑΓΟΥΔΟΥΝ ΚΑΙ ΧΟΡΕΥΟΥΝ  ΣΑΝ ΦΟΡΟ ΤΙΜΗΣ ΣΤΗΝ ΕΚΑΒΗ ΕΝΑ ΤΡΑΓΟΥΔΙ :

Τούτη η στάχτη που τη σέρνει ο βοριάς
 ήταν κάποτε τα φύλλα της καρδιάς,
που τα μάρανε η μαύρη ξενιτιά
κι η αγάπη σου τα πήρε στη φωτιά.

 Μη καλέ μου μη ζητάς απ' το βοριά
 τη συμπόνια απ' τη δόλια μου καρδιά
 ένα δέντρο που το κάψαν κεραυνοί
 δεν ανθίζει, δε φοβάται, δεν πονεί.

 Τούτη η στάχτη που τη σέρνει ο βοριάς
 ήταν κάποτε τα φύλλα της καρδιάς,
 άφησε την στα σοκάκια να χαθεί
πόσο πόνεσα ποτέ μη μαθευτεί.

M2: Εγώ πάλι ψυχοπλακώθηκα..Τί θα λέγατε για μια περιπέτεια… <<παίρνει ύφος και λέει: περιπέτεια στην τραγωδία είναι η αιφνίδια  μεταβολή του ήρωα από την ευτυχία στην δυστυχία και από την ελπίδα στην απόγνωση  και το αντίστροφο..Γι αυτό το αντίστροφο λοιπόν μιλώ.. Να δημιουργήσουμε στους κακόμοιρους τους θεατές δηλαδή λίγη ευθυμία, λίγη χαρά μετά από την θλίψη για τα θύματα των πολέμων…  Όλοι ξέρουμε ότι την Ελένη του Ευριπίδη την χαρακτήρισαν και ιλαροτραγωδία… Επειδή…
Μ3: Επειδή που και που βγάζει γέλιο..Με τις παρεξηγήσεις που δημιουργούνται ανάμεσα στους πρωταγωνιστές. Και θα μπορούσε να παρουσιαστεί κάπως έτσι..ΜΟΥΣΙΚΗ..

ΑΚΟΥΓΕΤΑΙ ΤΟ ΤΡΑΓΟΥΔΙ
Σε έχω δει κάπου κάπου σε ξέρω
Τα μάτια σου αυτά που είναι τόσο γνωστά..

ΜΕΝΕΛΑΟΣ:
Τι βλέπουνε τα μάτια μου και τι ακούν τα αφτιά μου
Θα πάθει εγκεφαλικό η δόλια  η αφεντιά μου
Χρόνια πολλά πολέμαγα την Τροία για να πάρω
Και για έναν ίσκιο έβλεπα τον ίδιο αυτόν το Χάρο
ΕΛΕΝΗ     
 Η Ελένη είμαι άντρα μου η όμορφη στη Σπάρτη
Ποτέ μου δεν σε πρόδωσα που να με κάψει η Άτη
Ποτέ μου δεν κοιμήθηκα με τον σπουδαίο Πάρη
Και στο θυμό σου βάλε ευθύς αμέσως χαλινάρι
Και να στο πω και στα αγγλικά την διεθνή τη γλώσσα
Συγκράτησε τα νεύρα σου που έχουν γίνει κρόσσια
Γιατί στο υποσχέθηκε και my promise take
Now I am going so to prove that  all  it’s a mistake
ΜΕΝΕΛΑΟΣ:
Τα σάπια άστα και ευθύς απάντησε γυναίκα
Εσύ δεν φταις που πολεμώ περίπου χρόνια δέκα
Στάχτη την Τροία έκανα καπνίζει σαν φουγάρο
Και σε έσυρα απ΄ τα μαλλιά μαζί  μου να σε πάρω
Για απάντησε γιατί σιωπάς, έχουν οι ίσκιοι πόδια
Και  το φαί τους το μασούν με των θνητών τα δόντια;
ΕΛΕΝΗ: 
Εκεί λοιπόν που μάζευα τα μυρωμένα ρόδα
Ήρθε πετώντας ο Ερμής- δεν είχε πάρει ρόδα-
Με πήρε και με σήκωσε  στο σύννεφο απάνω
Και με έφερε στην Αίγυπτο εδώ για να πεθάνω
Γιατί το αποφάσισε η Ήρα η πανούργα
Τον Πάρη να εκδικηθεί μου ΄΄φυγε εμένα η ούγια
Το μήλο αυτό της ομορφιάς που πήρε η Αφροδίτη
Μου κατσε μένα στο λαιμό, μου διάλυσε το σπίτι
ΜΕΝΕΛΑΟΣ
Τάχα για βλάκα με περνάς με σέρνεις απ΄΄ τη μύτη
Μα δεν πιστεύω τίποτα να φύγεις απ΄ το σπίτι
 Και θα στο πω ελληνικά εγώ κανένας άλλος
 Αυτός ο άλλος που αγαπάς ευεργέτης είν΄μεγάλος
ΕΛΕΝΗ
Αγαπημένε άκου με και πάψε όλο να βρίζεις
Ποτέ μου δε σε απάτησα. Δεν είν΄ το  που νομίζεις
ΜΕΝΕΛΑΟΣ
Γυναίκα πρόσεξε καλά και μη μου βγάζεις γλώσσα
Και γίνανε τα νεύρα μου δυο μπερδεμένα κρόσσια
Γιατί πολλά μας τα κανες, πολλά και μας τα είπες
FAKE είν΄ η αγάπη σου εργόχειρο με τρύπες
Γιατί είσαι αχάριστη μαθές που ο νους μου δεν το βάνει
Για άκου πως σε ύμνησε το άσμα του Τσιτσάνη

ΑΚΟΥΓΕΤΑΙ ΤΟ ΤΡΑΓΟΥΔΙ
Δεν ρώτησες τόσον καιρό για μένα
Πώς πέρασα τρελή στην ξενητιά
Σ΄ αγάπησα , δυστύχησα για σένα
Και σέρνομαι κακούργα μακριά..

Τα βάσανά μου μ΄ έριξαν στα ξένα
Και μ΄ έχουν της ζωής κατάδικο
Αχάριστη δεν πόνεσες για μένα
Κι αυτό το βρίσκω να ΄ναι άδικο

Μου είπανε πως ζεις ευτυχισμένη
Θεότρελη στα πλούτη κολυμπάς
Μα μια κατάρα πάντα θα σε δέρνει
Του προδομένου ο πόνος της καρδιάς

ΑΓΓΕΛΙΟΦΟΡΟΣ:

Μενέλαε μου άρχοντα μεγάλε στρατηλάτη
Αυτό που είδα θα σου πω κι ας σου φανεί απάτη
Η Ελένη που είχα στη σπηλιά ,αυτή μωρέ της Τροίας
Στον ουρανό επέταξε που κατοικεί ο Δίας
Ένα αδειανό πουκάμισο που είπε κι ο Σεφέρης
Και όσο κι αν θέλεις δεν μπορείς μαζί σου να τη φέρεις
………………………………………………………
Τι βλέπουνε τα μάτια μου Κακούργα εδώ είσαι πάλι
Δεν σου έφτασε που έκαψες της Τροίας τ ακρογιάλι
Στο ουρανό σε γύρευα και εις την γη σε βρήκα
Άφησε πια τα κόλπα σου γιατί έχω γίνει σκνίπα
ΜΕΝΕΑΟΣ
ΟΟΟΟΟΟΟΟΟΟΟΟΟΟΟΟΟΟΟΟΟΟΟΟΟΟΟΟΟΟΟΟΟΟΟΟΟ
Η Ελένη έπεσε εις των θεών το δίχτυ
I am afraid she is innocent and she is not so guilty..
Και να το πω ελληνικά σωστά είπες γυναίκα
Έκανα μπιιπ που πολεμώ για σένα χρόνια δέκα……
ΞΑΦΝΙΚΑ ΔΙΑΚΟΠΤΟΥΝ ΤΗΝ ΠΡΟΒΑ ΟΙ ΜΑΘΗΤΕΣ
Μ10: Η ωραία Ελένη κλέβει όπως βλέπω την παράσταση …Εμ  βέβαια  η πασαρέλα από τα πανάρχαια χρόνια έχει την τιμητική της. Εμείς πότε θα πούμε τα λόγια μας;
Μ3: Ορίστε η σκηνή δική σας…
Μ10 : Είμαι η Ιφιγένεια. Κόρη του Αγαμέμνονα, του βασιλιά του Άργους  και της Κλυταιμνήστρας. Γεννήθηκα σε δύσκολους καιρούς ..Τότε που οι Έλληνες έκαναν εκστρατεία για να εκδικηθούν την αρπαγή της Ελένης από τον Πάρη της Τροίας. Αλλά όπως φαίνεται η θυσία μου πήγε χαμένη  αφού η Ελένη δεν πήγε ποτέ στην Τροία. Εννοώ τη θυσία  που απαίτησε η θεά Άρτεμη από τον πατέρα μου επειδή σε ένα κυνήγι σκότωσε το ιερό ελάφι της. Τόσα ελάφια υπήρχαν στο δάσος και αυτός πήγε και σκότωσε αυτό της θέας…
Μ2: Δεν θυσιάστηκες ακριβώς. Η θεά έστειλε στη θέση σου ένα κριάρι και συ έγινες ιέρειά της Θεάς  στην χώρα των Ταύρων.
Μ10: Ακριβώς . Όπως και να χει άλλοι καθόρισαν τη μοίρα μου. Ο Ευριπίδης με έκανε τραγωδία δυο φορές παρακαλώ. Ιφιγένεια εν Αυλίδι και Ιφιγένεια εν Ταύροις. Στην δεύτερη συναντώ τον αδελφό μου τον Ορέστη .
Μ11: Με λένε Ορέστη. Έγινα μητροκτόνος για να εκδικηθώ την δολοφονία του πατέρα μου Αγαμέμνονα από την ίδια μου την μάνα. Με κυνήγησαν  οι Ερινύες. Οι ενοχές μου δηλαδή για το αποτρόπαιο έγκλημά μου. Για να ελευθερωθώ απ΄ αυτές με εντολή του Φοίβου πήγα στην Ταυρίδα για να πάρω το άγαλμα της θεάς  και να το φέρω στην Αθήνα. Εκεί συνάντησα την αδελφή μου Ιφιγένεια  που είχα να τη δω χρόνια. Φύγαμε μαζί για την Αθήνα με τέχνασμα .Έτσι σώθηκα από την ανθρωποθυσία. Ο Αισχύλος έγραψε την Ορέστεια, φυσικά από το όνομά μου και εκεί μιλά για την φοβερή ιστορία της οικογένειάς μου.
Μ13: Με λένε Ηλέκτρα .Κόρη του Αγαμέμνονα και της Κλυταιμνήστρας. Βοήθησα τον αδελφό μου Ορέστη να σωθεί και να πάρει εκδίκηση για την δολοφονία του πατέρα μου Αγαμέμνονα. Μ έκαναν τραγωδία δυο ποιητές .Ο Σοφοκλής και ο Ευριπίδης.
 ΚΛΥΤΑΙΜΝΗΣΤΡΑ: Είμαι η Κλυταιμνήστρα, η βασίλισσα των Μυκηνών , γυναίκα του Αγαμέμνονα του νικητή της Τροίας και αδελφή της Ελένης που  η ομορφιά της μας αφάνισε όλους. Παιδιά μου η Ιφιγένεια, η Ηλέκτρα,  η Χρυσόθεμις και ο Ορέστης. Η  πικρή ιστορία  της ζωής μου ενέπνευσε τον τραγικό ποιητή  Αισχύλο να γράψει την τριλογία του  Ορέστεια. Εκδικήθηκα τον άντρα μου Αγαμέμνονα  φονεύοντάς τον  γιατί θυσίασε την κόρη μου Ιφιγένεια στο βωμό της φιλοδοξίας του να κυριέψει την Τροία. Έτσι όπλισα το χέρι του γιου μου Ορέστη που εκδικήθηκε τον φόνο του πατέρα του. Σκοτώνοντάς με.
ΚΑΣΣΑΝΔΡΑ: Είμαι η Κασσάνδρα . Κόρη του Πρίαμου  και της Εκάβης που βασίλεψαν στην Τροία. Ο Απόλλωνας μου έδωσε το χάρισμα της μαντικής . Επειδή αρνήθηκα όμως τον έρωτά του  με καταράστηκε να μην πιστεύει κανένας τις μαντείες μου . Είμαι θύμα της ζήλειας που ξεσήκωσε στην Κλυταιμνήστρα ο Αγαμέμνονας ,όταν με έφερε ερωμένη του από την καμένη Τροία χωρίς τη θέλησή μου. Έτσι  η βασίλισσα των Μυκηνών με φόνευσε και μένα μαζί με τον αρχιστράτηγο των Αχαιών.
Μ1: Χριστέ και κύριε! Το βαρύναμε πολύ το έργο. Ο κόσμος θα αγανακτήσει καλοκαιριάτικα ! Μήπως να το πάρουμε αλλιώς γιατί βλέπω να σηκώνονται και να φεύγουν στη μέση της παράστασης.
Μ3: Ο κόσμος γνωρίζει ,άσχετε, ότι το αρχαίο θέατρο έχει συμβολισμούς. Η Ιφιγένεια, ο Ορέστης, η  Ηλέκτρα είναι τα παιδιά που θυσιάζονται στο βωμό των κακών επιλογών των γονιών τους. Ή  είναι τα παιδιά που θυσιάζουν τα όνειρά τους για να υπηρετήσουν τα όνειρα των γονιών τους.
Μ5: Τώρα που το σκέφτομαι κι εγώ θέλω να γίνω ντράμερ κι ο πατέρας μου θέλει να γίνω γιατρός. Ή το λιγότερο, γιατρός που να ξέρει να παίζει ντραμς!!!
Μ12: Και εμένα η μητέρα μου  θέλει να γίνω δικηγόρος γιατί αυτή παντρεύτηκε νωρίς και δεν κατάφερε να διαπρέψει στις αίθουσες των δικαστηρίων .Ενώ εγώ θέλω να γίνω ηθοποιός. Αν το μάθει, τη βλέπω στις αίθουσες των δικαστηρίων όχι ως δικηγόρο αλλά ως κατηγορούμενη αφού θα έχει βιαιοπραγήσει σε βάρος μου…

ΕΝΑΣ ΜΑΘΗΤΗΣ ΤΡΑΓΟΥΔΑΕΙ( ΠΟΥ ΘΑ ΤΟΝ ΒΡΟΥΜΕ ΔΕΝ ΞΕΡΩ)
Θα μείνω πάντα ιδανικός κι ανάξιος εραστής
 των μακρυσμένων ταξιδιών και των γαλάζιων πόντων,
 και θα πεθάνω μια βραδιά σαν όλες τις βραδιές,
χωρίς να σχίσω τη θολή γραμμή των οριζόντων.

 Για το Μαδράς τη Σιγκαπούρ τ' Αλγέρι και το Σφαξ
 θ' αναχωρούν σαν πάντοτε περήφανα τα πλοία,
 κι εγώ σκυφτός σ' ένα γραφείο με χάρτες ναυτικούς,
 θα κάνω αθροίσεις σε χοντρά λογιστικά βιβλία.

Θα πάψω πια για μακρινά ταξίδια να μιλώ,
 οι φίλοι θα νομίζουνε πως τα 'χω πια ξεχάσει,
 κι η μάνα μου χαρούμενη θα λέει σ' όποιον ρωτά:
 "Ήταν μια λόξα νεανική, μα τώρα έχει περάσει"

 Μα ο εαυτός μου μια βραδιά εμπρός μου θα υψωθεί
και λόγο ως ένας δικαστής στυγνός θα μου ζητήσει,
 κι αυτό το ανάξιο χέρι μου που τρέμει θα οπλιστεί,
 θα σημαδέψει κι άφοβα το φταίχτη θα χτυπήσει.

 Κι εγώ που τόσο επόθησα μια μέρα να ταφώ
 σε κάποια θάλασσα βαθειά στις μακρινές Ινδίες,
 θα 'χω ένα θάνατο κοινό και θλιβερό πολύ
 και μια κηδεία σαν των πολλών ανθρώπων τις κηδείες.
Μ6: Πάντως ένα είναι σίγουρο. Ότι η ΑΡΧΑΙΑ ΤΡΑΓΩΔΙΑ έχει ως πυρήνα της τις ανθρώπινες σχέσεις
Των ανθρώπων οι σχέσεις
Μια ζωή απ΄ τα ίδια
Φωτιές που καταλήγουν
Αποκαΐδια.
Που έρχονται και φεύγουν
Και σφυρίζουν
Σαν τρένα
Σε παίρνουν σε σηκώνουν
Εμένα και σένα.
Των ανθρώπων οι σχέσεις
Ανθηρές συνευρέσεις
Που  κρυώνουν παγώνουν
Και σ ΄όποιον αρέσεις.
Αδικούν τα τραγούδια
Τους χορούς που χορέψανε
Αδικούν και τις ώρες
Της ζωής
Που σου κλέψανε.
Των ανθρώπων οι σχέσεις
Βίος και πολιτεία
Καφεδάκια με ήλιο
Κυριακή στην πλατεία
Που μια νύχτα κατάλαβες
Πως σου στείλαν μηνύματα
Μοναχά
Που δεν τα λαβες.
Των ανθρώπων οι σχέσεις
Στη φωτιά δοκιμάζονται
Άλογα είναι
Που εκουσίως δαμάζονται.
Και όταν σπάνε με θόρυβο
Σε ένα κλάμα ξεσπάνε
Βουβό και αθόρυβο.
Των ανθρώπων οι σχέσεις
Σαν γυαλιά θρυμματίζονται
Σαν  κορμιά που νοσούν
Μες στον πόνο βυθίζονται
Νοσταλγούν την αρχή
Και έχουν φτάσει στο τέλος
Εκτοξεύοντας πάντα
Το ψέμα
Σαν υπάκουο βέλος.
Των ανθρώπων οι σχέσεις
Μύθος και απουσία
Περιτύλιγμα μπόλικο
Χωρίς την ουσία.
Σαν μια πόλη που σπάνια
Αποφεύγει την πτώση
Λεωφορείο που καίγεται
Κρύο αστείο που λέγεται

Στη φωτιά δοκιμάζονται
Με σπαθιά κομματιάζονται
Σαν χρησμοί διαψεύδονται
Μεθυσμένη Πυθία
Έναν Πάρη ερωτεύονται
Και μαζί ξενιτεύονται
Αλλά  πέφτουν
Όπως έπεσε η Τροία.

Μ10:ΤΟ ΑΡΧΑΙΟ ΔΡΑΜΑ ΥΜΝΕΙ ΤΗ ΖΩΗ ΚΑΙ ΤΟΝ ΑΝΘΡΩΠΟ ΩΣ ΔΗΜΙΟΥΡΓΟ ΤΗΣ ΚΑΙ ΕΜΠΝΕΥΣΤΗ ΤΗΣ…

Δεν είναι πρόβα
Είναι μια κι έξω
Μετράω ήττες
Για να παλέψω
Δεν είναι τρόπος
Είναι λαχείο
Σε σκοτεινό βιβλιοπωλείο
Βιβλίο αδιάβαστο
Μ΄ άγνωστο τέλος
Γλυκό σα φράουλα
Πικρό σα βέλος

Δεν είναι δρόμος
Είναι παράσταση
Σε εχθρό κοινό
Σε άλλη διάσταση
Που το κερδίζεις
Και σε πληγώνει
Ξεχνάς τα λόγια σου
Και σε σκοτώνει.

Δεν είναι νόμισμα
Μα επιταγή
Να την καλύψεις
Πατάς στη γη
Χωρίς πυξίδα
Με αστρολάβο
Όσα θα δώσω
Τόσα θα λάβω.

Δεν είν΄ τραγούδι
Είναι κραυγή
Γραμμένη άγραφη
Υποταγή
Στο πεπρωμένο
Ή σε μια μοίρα
Πολλά που έδωσα
Λίγα που πήρα

Μέρος που χάνεσαι
Δίχτυα που πιάνεσαι
Τα σπας παλεύεις
Θεό γυρεύεις
Από μηχανής
Άδειο πουκάμισο
Πληγή από φίδι
Πάνω στα βήματα
Του Ευριπίδη

Το δέον γενέσθαι
Που σε καλεί
Ακολουθώντας
Το Σοφοκλή
Με λόγια άμετρα
Ελπίδες φρούδες
Στητός σε στύλο
Προμηθέας Δεσμώτης
Σαν τον Αισχύλο.

Δεν είναι θάνατος
Να τον θρηνήσεις
Είναι ένα όνειρο
Για να το ζήσεις
Να βγάλει ρίζες
Σ΄ άγονο χώμα
Μέσα στον ήλιο
Και στον κυκλώνα
Πάνω σε άλογο
Μα και πεζή
Δεν είναι θάνατος
Είναι ζωή.

Δεν είν΄ βροχή
Μα καταιγίδα
Τώρα σε χάνω
Τώρα σε είδα
Δεν είναι τέρμα
Είναι ταξίδι
Το πετιμέζι
Μα και το ξύδι
Γλυκιά κανέλα
Μια βόλτα έξω
Δελτίο καιρού
Που πέφτει έξω.

Δεν είναι θάλασσα
Είναι ναυάγιο
Μα που ενίοτε
Έχεις και άγιο
Αγώνας δρόμου
Μετ΄ εμποδίων
Άρση βαρών
Εκτός ορίων

Δεν είναι λίμνη
Που ησυχάζει
Είναι η πέτρα
Που την ταράζει
Κλόουν αστείος
Που ακροβατεί
Με ή χωρίς δίχτυα
Σε ένα σκοινί
Είναι ο θάνατος
Και η ζωή…
ΑΝΟΙΓΕΙ Η ΠΟΡΤΑ ΚΑΙ ΔΙΑΚΟΠΤΟΥΝ ΤΗΝ ΠΡΟΒΑ ΜΑΘΗΤΕΣ ΑΠΟ ΠΑΛΑΙΟΤΕΡΑ ΕΡΓΑ
ΑΠΟ ΑΠΝΤΟΥ ΑΚΟΥΓΟΝΤΑΙ ΧΕΙΡΟΚΡΟΤΗΜΑΤΑ ΓΕΛΙΑ ΠΕΙΡΑΓΜΑΤΑ
      Ο ΑΛΑΞΗΣ ΚΑΘΕΤΑΙ ΣΤΟ ΠΙΑΝΟ ΚΑΙ ΠΑΙΖΕΙ
ΤΟΝ ΠΡΟΣΚΥΝΗΤΗ
Τα βουνά περνάω
και τις θάλασσες περνώ
κάποιον αγαπάω
Δυο ευχές κρατάω
και δυο τάματα κρατώ
περπατώ και πάω
Κάποιος είπε πως η αγάπη
σ' ένα αστέρι κατοικεί
αύριο βράδυ θα 'μαι εκεί
Κάποιος είπε πως ο έρωτας
για μια στιγμή κρατά
αύριο βράδυ θα 'ναι αργά
I♯
♩♬I
Στα πουλιά μιλάω
και στα δέντρα τραγουδώ
κάποιον αγαπάω
Κι όταν τραγουδάω
προσευχές παραμιλώ
περπατώ και πάω
Κάποιος είπε πως ο δρόμος
είναι η φλέβα της φωτιάς
ψυχή μου πάντα να κυλάς
Κάποιος είπε
ΡΩΤΟΥΝ
ΤΙ ΑΝΕΒΑΖΕΤΕ ΦΕΤΟΣ
ΤΑ ΠΑΙΔΙΑ ΕΝ ΧΟΡΩ :ΕΝΑ ΑΦΙΕΡΩΜΑ ΣΤΗΝ ΑΡΧΑΙΑ ΤΡΑΓΩΔΙΑ, ΜΙΑ ΚΑΙ ΗΡΘΕΣ ΠΑΙΞΕ ΜΑΣ ΛΙΓΟ ΛΙΓΟ ΜΕ ΤΟ ΠΡΩΤΟ ΤΡΑΓΟΥΔΙ
ΑΠΑΝΤΑ: ΠΟΙΟ ΕΙΝΑΙ ΤΟ ΠΡΩΤΟ ΤΡΑΓΟΥΔΙ;
ΗΘΟΠΟΙΟΣ ΣΗΜΑΙΝΕΙ ΦΩΣ
ΤΑ ΠΑΙΔΙΑ ΤΟΝ ΑΚΟΥΝ ΠΡΟΣΕΚΤΙΚΑ ΚΑΙ ΚΑΝΟΥΝ ΤΗΝ ΧΟΡΟΓΡΑΦΙΑ ΤΟΥΣ
ΜΑΣΚΕΣ!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!
ΦΙΝΑΛΕ:
 ΕΙΜΑΣΤΕ ΑΚΟΜΑ ΖΩΝΤΑΝΟΙ ΣΤΗ ΣΚΗΝΗ ΣΑΝ ΡΟΚ ΣΥΓΚΡΟΤΗΜΑ
ΚΙ ΑΝ ΜΑΣ ΑΝΤΕΞΕΙ ΤΟ ΣΚΟΙΝΙ ΘΑ ΦΑΝΕΙ ΣΤΟ ΧΕΙΡΟΚΡΟΤΗΜΑ!!!!(ΟΛΑ ΤΑ ΠΑΙΔΙΑ ΜΑΖΙ ΜΕ ΤΟ ΠΙΑΝΟ)
ΣΤΗΝ ΥΠΟΚΛΙΣΗ: ΑΠΟ ΤΟ CD ΤΟ ΙΔΙΟ ΤΡΑΓΟΥΔΙ
                                                        ΦΟΥΚΑ    ΜΑΡΙΑ







                    
                   






Κυριακή 10 Μαΐου 2020

ΧΡΟΝΙΑ ΠΟΛΛΑ ΜΑΜΑ ΜΟΥ!!!


Απόσπασμα «Η Μητέρα μου»: – Νίκος Καζαντζάκης, Αναφορά στον Γκρέκο, 1961

Οι ώρες που περνούσα με τη μητέρα μου ήταν γεμάτες μυστήριο – καθόμασταν ο ένας αντίκρα στον άλλο, εκείνη σε καρέκλα πλάι στο παράθυρο, εγώ στο σκαμνάκι μου, κι ένιωθα, μέσα στη σιωπή, το στήθος μου να γεμίζει και να χορταίνει, σαν να ‘ταν ο αγέρας ανάμεσά μας γάλα και βύζαινα.
Από πάνω μας ήταν η γαζία, κι όταν ήταν ανθισμένη, η αυλή μοσκομύριζε.
Αγαπούσα που τα ευωδάτα κίτρινα λουλούδια της, τα ‘βαζε η μητέρα μου στις κασέλες και τα εσώρουχά μας, τα σεντόνια μας, όλη μου η παιδική ηλικία μύριζε γαζία.
Μιλούσαμε, πολλές ήσυχες κουβέντες, πότε η μητέρα μου δηγόταν για τον πατέρα της, για το χωριό που γεννήθηκε, και πότε εγώ της στορούσα τους βίους των αγίων που είχα διαβάσει, και ξόμπλιαζα τη ζωή τους με τη φαντασία μου, δε μ’ έφταναν τα μαρτύριά τους, έβαζα κι από δικού μου, ωσότου έπαιρναν τη μητέρα μου τα κλάματα, τη λυπόμουνα, κάθιζα στα γόνατά της, της χάιδευα τα μαλλιά και την παρηγορούσα:
– Μπήκαν στον Παράδεισο, μητέρα, μη στεναχωριέσαι, σεργιανίζουν κάτω από ανθισμένα δέντρα, κουβεντιάζουν με τους αγγέλους και ξέχασαν τα βάσανά τους. Και κάθε Κυριακή βάζουν χρυσά ρούχα, κόκκινα κασκέτα με φούντες και πάνε να κάμουν βίζιτα στο Θεό.
Κι η μητέρα σφούγγιζε τα δάκρυά της, με κοίταζε σα να μου έλεγε:
«Αλήθεια λες;» και χαμογελούσε.
Και το καναρίνι, μέσα από το κλουβί του, μας άκουγε, σήκωνε το λαιμό και κελαηδούσε μεθυσμένο, ευχαριστημένο, σαν να ‘χε αφήσει μια στιγμή τους αγίους κι ήρθε στη γης να καλοκαρδίσει τους ανθρώπους.
Η μητέρα μου, η γαζία, το καναρίνι, έχουν σμίξει αχώριστα, αθάνατα μέσα στο μυαλό μου· δεν μπορώ πια να μυρίσω γαζία, ν’ ακούσω καναρίνι, χωρίς ν’ ανέβει από το μνήμα της -από το σπλάχνο μου- η μητέρα μου και να σμίξει με τη μυρωδιά τούτη και το κελάδημα του καναρινιού.
Ποτέ δεν είχα δει τη μητέρα μου να γελάει· χαμογελούσε μόνο, και τα βαθουλά μαύρα μάτια της κοίταζαν τους ανθρώπους γεμάτα υπομονή και καλοσύνη. Πηγαινοέρχονταν σαν πνέμα αγαθό μέσα στο σπίτι, κι όλα τα πρόφταινε ανέκοπα κι αθόρυβα, σαν να ‘χαν τα χέρια της μιαν καλοπροαίρετη μαγική δύναμη, που κυβερνούσε με καλοσύνη την καθημερινήν ανάγκη.
Μπορεί και να ‘ναι η νεράιδα, συλλογιζόμουν κοιτάζοντάς την σιωπηλά, η νεράιδα που λεν τα παραμύθια, και κινούσε το παιδικό μυαλό μου η φαντασία να δουλεύει: μια νύχτα ο πατέρας μου, περνώντας από τον ποταμό, την είδε να χορεύει στο φεγγάρι, χίμηξε, της άρπαξε το κεφαλομάντηλο, κι από τότε την έφερε στο σπίτι και ψάχνει να βρει το κεφαλομάντηλο, να το ρίξει στα μαλλιά της, να γίνει πάλι νεράιδα και να φύγει.
Την κοίταζα να πηγαινοέρχεται, ν’ ανοίγει τα ντουλάπια και τις κασέλες, να ξεσκεπάζει τα πιθάρια, να σκύβει κάτω από το κρεβάτι, κι έτρεμα μην τύχει και βρει το μαγικό κεφαλομάντηλο της και γίνει άφαντη. Η τρομάρα αυτή βάσταξε χρόνια και λάβωσε βαθιά τη νιογέννητη ψυχή μου κι ακόμα και σήμερα αποκρατάει μέσα μου πιο ανομολόγητη η τρομάρα ετούτη: παρακολουθώ κάθε αγαπημένο πρόσωπο, κάθε αγαπημένη ιδέα, με αγωνία, γιατί ξέρω πως ζητάει το κεφαλομάντηλό της να φύγει.

Υ.Γ: Δεν σε αντέχω, της λέω! Μονίμως να μου σπας τα νεύρα , να διαφωνείς , να μου θυμίζεις  τα λάθη μου!!Με κοιτάς με τα γαλανά σου μάτια και συννεφιάζεις.. Περπατάς με δυσκολία προς την κουζίνα..Τα πόδια σου δεν αντέχουν πια. Έφτιαξα γλυκό, μου λες ! Τα μάτια σου τώρα γλύκαναν πάλι! Να πάρεις και για το παιδί… που μου το μεγάλωσες εσύ μάνα μου!!Κάθομαι στη φιλόξενη γωνιά σου και δοκιμάζω το γλυκό σου, τα κουλούρια σου, τις πίτες σου!  Έρχεσαι πίσω μου και μου φέρνεις τη ζακέτα σου! Βάλτη στην πλάτη σου, μου λες ! έχει κρύο σήμερα..Σε κοιτάω που τριγυρίζεις γύρω μου και μια μοσχοβολιά αγκαλιάζει το δωμάτιο..Ο πατέρας μου ακίνητος στη μέση δεν μας θυμάται..Εσύ επιμένεις όμως..Όλα τα ξέρει και τα λέει, όποτε πρέπει..Ψάχνουμε στο κινητό μου την Καστάμονη του Πόντου , πατρίδα της μάνας σου, της γιαγιάς μου της Μαρίκας..Τα μάτια σου βουρκώνουν..Αχ μάνα μου , λες!! Γιατί κλαις, σου λέω και φοβάμαι μήπως μου φύγεις και πας να τη  βρεις . ..Έτσι, θέλω να τη θυμάμαι  ..Το βλέμμα σου ταξιδεύει στην Πόλη που άφησε προσφυγάκι 7 ετών η γιαγιά μου και είναι σαν να προσκυνάς τον τόπο.. Δε βαριέσαι!!Οι μάνες είναι παντού , μου λες .Εκεί που τις χρειάζονται τα παιδιά τους..Βλέπεις την πληγή στο δάκτυλό μου! Ανασηκώνεσαι! Κόπηκες, μου λες !!Γιατί δεν προσέχεις!!Φέρνεις τα γιατρικά σου και μου δένεις το χέρι! Αμέσως! Βγαίνουμε στο μπαλκόνι! Η λεμονιά φορτωμένη καρπούς γέρνει μπροστά σου! Σαν να προσκυνάει η φύση το μεγαλείο της αγάπης σου, μάνα μου! Γελάς…Έλα να δεις τον κοτσυφάκο, μου λες ! Καμαρώνει πάνω στο κλαδί..Μου δίνει θάρρος που τον βλέπω ..Το πουλάκι λες και καταλαβαίνει την αγάπη σου πετάει στην άκρη του μπαλκονιού..Σου το λέω!!Τα πουλιά καταλαβαίνουν, μου λες..  Και τα δέντρα και τα λουλούδια , όλα! Τι ώραία που είναι τα γεράνια σου! Σου λέω! Το πρόσωπό σου φωτίζεται!!Να πάρεις όσες γλάστρες θες ! Να τις βάλεις στο μπαλκόνι σου! Θα πάρω μόνο δυο! Όσες θέλεις! Τις πιο όμορφες, μου λες.. ..Τις πήρα τις γλάστρες σου, μάνα μου!! Όπως τόσα άλλα που μου χεις δώσει!! Ό,τι ήθελα, όπως ήθελα, όποτε ήθελα..Ποτέ δεν μου αρνήθηκες το παραμικρό..Σου το λέω..Έτσι κάνουν οι μάνες , μου λες .Κι όταν θα πεθάνω , τότε θα σου δίνω περισσότερα..Μην λες τέτοια λόγια, σου λέω βουρκωμένη. Στην τσέπη σου τα 'χεις τα δάκρυα ; Γελάς..Είμαι του θεάτρου ρε μάνα...
                                                                ΦΟΥΚΑ ΜΑΡΙΑ
Υ.Γ: Το απόσπασμα από την αναφορά στον Γκρέκο που αναρτώ υπήρχε στο σχολικό μας βιβλίο όταν ήμουν μαθήτρια Γυμνασίου..όταν το πρωτοδιάβασα δεν μπορούσα να συγκρατήσω τα δάκρυά μου ..Ούτε και τώρα μπορώ.. Ο φόβος του συγγραφέα στο τέλος ήταν και είναι και  δικός μου φόβος! Που δεν μπορώ ούτε να τον ξεστομίσω…   ΧΡΟΝΙΑ ΠΟΛΛΑ ΜΑΜΑ ΜΟΥ!!!!



Τρίτη 5 Μαΐου 2020

ΜΟΥ ΜΑΘΑΝ ΛΑΘΟΣ ΤΟ ΣΩΣΤΟ!!!


ΜΟΥ ΜΑΘΑΝ ΛΑΘΟΣ ΤΟ ΣΩΣΤΟ
ΚΑΙ ΤΟ ΣΩΣΤΟ ΓΙΑ ΛΑΘΟΣ
ΜΟΥ ΠΑΝΕ ΨΕΥΤΡΑ ΤΗ ΖΩΗ 
ΝΑ ΜΗΝ ΤΗ ΖΩ ΜΕ ΠΑΘΟΣ.....

Υ.Γ: ΕΝΑ ΣΠΟΥΔΑΙΟ ΤΡΑΔΟΥΔΙ...ΤΟ ΑΦΙΕΡΩΝΩ ΣΕ ΟΛΟΥΣ ΤΟΥΣ ΜΑΘΗΤΕΣ ΜΟΥ!!! ΟΧΙ ΓΙΑ ΤΗΝ ΚΥΡΙΟΛΕΞΙΑ ΤΟΥ ΤΡΑΓΟΥΔΙΟΥ! ΑΛΛΑ ΜΕ ΤΗΝ ΕΥΧΗ ΝΑ ΜΗ ΣΤΑΜΑΤΗΣΟΥΝ ΝΑ ΠΙΣΤΕΥΟΥΝ ΣΤΗ ΖΩΗ ΚΑΙ  ΝΑ  ΤΗ ΖΟΥΝ ΜΕ ΠΑΘΟΣ!!!

                                                      ΜΑΡΙΑ ΦΟΥΚΑ

Σάββατο 2 Μαΐου 2020

ΤΟ ΓΕΛΙΟ...



O Eπικήδειος ΤΟΥ Ι. ΚΟΝΔΥΛΑΚΗ

Ήμεθα τότε μια εύθυμη συντροφιά νέων εις τα  Χανιά, που είχαμε κοινήν την αγάπην προς την ιππασίαν. Εις την είσοδον της πόλεως ένας Τούρκος, ο Τζανερίκος, έδιδεν άλογα με νοίκι. Επαίρναμε από ένα κι ετραβούσαμε στα περίχωρα. Τι υπέφεραν εκείνα τα άλογα από τη νεανική μας τρέλα δεν περιγράφεται. Ετρέχαμε σα δαιμονισμένοι και τ’ αναγκάζαμε να υπερπηδούν κάθε εμπόδιο που συναντούσαμε, είτε τοίχος ήτο, είτε χαντάκι. Μάλιστα άμα μεθούσαμε, δεν είχαμε πια κανένα οίκτον δι’ αυτά τα ζώα. Τα σπιρούνια εχώνοντο βαθιά στα πλευρά των και οι βίτσες αυλάκωναν το δέρμα των. Και εμεθούσαμε τακτικά εις τις εκδρομές εκείνες. Σε κάθε χωριό που περνούσαμε βρίσκαμε ταβέρνες ή φίλους που μας έπαιρναν στα σπίτια των· και το βράδυ-βράδυ όταν εφθάναμε στη Σούδα, είμεθα Ρούσοι μεθυσμένοι. Και καμιά φορά, όπως ήσαν αφρισμένα τ’ άλογα, τ’ αναγκάζαμε να προχωρήσουν στη θάλασσα κι εκάναμε τα λουτρά των Κενταύρων, όπως ελέγαμε το έφιππον εκείνο κολύμπημα. Έπειτα μουσκεμένοι, καθώς ήμεθα, εγυρίζαμε στα Χανιά και παραδίδαμε στο Καλέ-καπισί, ξεθεωμένα τα άλογα.
Όσες φορές στις εκδρομές εκείνες επερνούσαμε από ένα χωριό του κάμπου μάς έπαιρνε στο σπίτι του ο γέρο Καμαριανός. Μας ήτο αδύνατον ν’ αποφύγομε. Ήμεθα φίλοι και συνομήλικοι του γιου του Αλεξάνδρου, ο οποίος εσπούδαζεν ιατρικήν εις τας Αθήνας και ο γέρο Καμαριανός μας έλεγεν ότι δεν μπορούσαμε ν’ αρνηθούμε στον πατέρα του φίλου μας, ο οποίος κάθε που μας έβλεπε νόμιζε πως έβλεπε και το γιο του μαζί. Θα το θεωρούσε προσβολή και θα του ’κανε μεγάλη λύπη. Αλλ’ ήτο και καλός και εύθυμος άνθρωπος, μ’ όλα του τα εξήντα χρόνια, κι είχε κι εξαίρετο κρασί. Μπορούσαμε λοιπόν να του αρνηθούμε;
Αλλ’ ενώ ήτο ευχάριστος άνθρωπος, είχε και μια δυσάρεστη συνήθεια, την οποίαν εφοβούμεθα. Άμα έπινε κι έφθανε στον ενθουσιασμό της μέθης, εκατάφερνε γροθιές στα μαλλιαρά του στήθη, που τα ’χε ανοικτά, όπως τα ’χαν ακόμη τότε οι γεροντότεροι χωρικοί της Κρήτης. Και όταν παραενθουσιάζετο, δεν περιορίζετο να κτυπιέται αλλ’ αφού έδιδε μια στο στήθος του, έδινε και άλλη στο στήθος του διπλανού του κι εφώναζε: «Στήθος μάρμαρο!» Αλλά τα στήθια τα δικά μας δεν ήσαν από μάρμαρο κι επιανόταν η αναπνοή μας. Εκινδυνεύαμε να πάθουμε αιμοπτυσία.
Μια μέρα έρχεται είδησις ότι ο Καμαριανός απέθανε ξαφνικά. Μαζευόμεθα όλοι οι φίλοι του Κένταυροι και αποφασίζομε να πάμε στην κηδεία του. Το χωριό δεν ήταν μακριά κι εξεκινήσαμε πεζοί. Μαζί μας ήρθε κι ο φαρμακοποιός Ζαμαλής. Ο Ζαμαλής θα ήτον εξηντάρης, αλλ’ είχαμε μαζί του θάρρος, σαν να ’τονε της ηλικίας μας, γιατί από τα μαλλιά και τα μουστάκια του, που διετηρούντο κατάξανθα, τον επαίρναμε για νεότερο απ’ ό,τι ήτο.
Στο δρόμο δεν ξέρω σε ποιόν ήλθεν η ιδέα ότι ήτο απαραίτητον να βγάλομε λόγο του μακαρίτη του φίλου μας. Και όλοι εσυμφώνησαν ότι ο καταλληλότερος δια ν’ αυτοσχεδιάσω και εκφωνήσω τον επικήδειον ήμουν εγώ. Του κάκου επροσπάθησα ν’ αποφύγω αυτήν την προτίμησην.
- Μα πώς είμαι ο καταλληλότερος, έλεγα, αφού δεν εξεφώνησα ποτέ μου λόγο;
- Μήπως εμείς εξεφωνήσαμε;
- Μα τι να του πω; Ήταν ένας γεωργός αγράμματος, που δεν μπορείς να του πεις παρά μόνον πως ήτο καλός άνθρωπος.
- Αυτά να του πεις, είπεν ο Ζαμαλής.
- Μα αυτά δε φθάνουνε για να γεμίσουν ένα επικήδειο. Αν ήξερα τουλάχιστον πως επολέμησε…
- Θα ’χει πολεμήσει· αμφιβάλλεις; είπε ένας από τους φίλους μου. Λες πως επολέμησε στα 66 ή ότι ανδραγάθησε στην επανάστασι του Μαυρογένη.
- Δηλαδή τότε που δεν έγινε τίποτα, είπε κι εγέλα ο Ζαμαλής. Δεν το ξέρετε πως η επανάστασι του Μαυρογένη επέρασε χωρίς να ανοίξει μύτη;
- Τέλος πάντων ας πει πως επολέμησε στα 66 και φτάνει. Και θα ’χει πολεμήσει· δεν μπορεί. Εμείς στον Πειραιά εβγάλαμε αγωνιστή του 21 ένα γέρο, που δεν ήξερε πώς πιάνουν το τουφέκι.
Ο νέος εκείνος είχε κάμει το γυμνάσιον στον Πειραιά. Και μας διηγήθη ότι όταν απέθανε ο γέρος επιστάτης του γυμνασίου, το βρήκαν πρόφασι για να μη κάμουν μάθημα. Είπαν λοιπόν στους καθηγητάς ότι ήθελαν ν’ ακολουθήσουν την κηδεία του καημένου του μπάρμπα Τάσου. Ο γυμνασιάρχης έδωκε την άδειαν, ένας δε από τους μαθητάς ανέλαβε να εκφωνήσει ποίημα· και για να έχει τι να πει, εχειροτόνησε τον επιστάτην λείψανον του Ιερού Αγώνος. Και έλεγε το ποίημα:

Ιδού και άλλο λείψανο του Ιερού Αγώνα
Όπου εις Τούρκων καύκαλα το ξίφος του ακόνα.

-      Και το μόνον όπλον που είχε ίσως πιάσει στα χέρια του ο καημένος ο μπάρμπα Τάσος, είπεν ο διηγούμενος, θα ήτο το σκουπόξυλο.
Η ομιλία εκείνη και το ανέκδοτο του γέρο Τάσου μας εκίνησε τόση ευθυμία και τόσα γέλια εκάμαμε, ώστε ο Ζαμαλής μας είπε:
- Μα σε κηδεία πάτε, μωρέ παιδιά, ή σε γάμο;
- Τί θέλεις, να κλαίμε από τώρα; του είπε ένας από τους φίλους μου. Έχομε καιρό να κλάψομε όταν θ’ ακούσομε τον ρήτορα να εξυμνεί τα πολεμικά ανδραγαθήματα του καπετάν Καμαριανού.
Εγέλασε τότε μαζί μας και ο Ζαμαλής δια τον τίτλον του καπετάνιου.
Όταν εφθάσαμε στο χωριό, έβγαζαν από το σπίτι τον νεκρόν. Ακολουθούσαν οι δικοί του με κλάματα και οι χωριανοί. Ακολουθήσαμε κι εμείς. Αλλά είχαμε κάνει τόσο κέφι στο δρόμο, που έπρεπε να βάλομε προσπάθεια για να πάρομε το σοβαρό και λυπητερό ήθος που ταίριαζε στην περίσταση. Εγώ είχα αρχίσει να σκέπτομαι το λόγο και να φοβούμαι ότι δεν θα τα κατάφερνα. Έστιβα το μυαλό μου, αναζητούσα στη μνήμη μου φράσεις έτοιμες από τους επικηδείους που είχα ακούσει, αλλά δεν εύρισκα παρά μικρά πράγματα, που δεν αρκούσαν για να γίνει ένας λόγος δέκα λεπτών. Αλλά εκείνο που φοβόμουνα περισσότερο ήτο άλλο. Αισθανόμουν ότι η εύθυμη διάθεσις που είχα πιέσει μέσα μου δεν είχε πνιγεί ολότελα. Και όσο ήθελα να φαίνομαι λυπημένος, τόσο μου φαινόνταν όλα αστεία, ακόμη και τα θρηνολογήματα της χήρας και των άλλων συγγενών του νεκρού. Δεν έφευγεν από το νού μου ο επιστάτης που ακονούσε το ξίφος του εις των Τούρκων τα καύκαλα και ο τίτλος του καπετάνιου που εδόθη εις τον Καμαριανόν. Και ως να μ’ εγαργαλούσαν, έπρεπε να σφίγγομαι και να προσέχω όλη την ώρα για να μη μου φύγει κανένα γέλιο.
- Δε θα βγάλω εγώ λόγο, είπα σιγά στους φίλους που πήγαιναν μαζί μου. Δεν μπορώ. Ας μιλήσει κανείς άλλος ή ας μη μιλήσει κανείς.
- Τώρα που το ’παμε στην οικογένεια;
- Είπατε στην οικογένεια πως θα βγάλω λόγο εγώ; είπα με απελπισίαν.
- Αφού είχε αποφασισθεί;… Ας το ’λεγες καθαρά πως δε θες αλλά τ’ αφήκες έτσι κι έτσι.
- Ας είναι, μ’ επήρατε στο λαιμό σας.
- Μα γιατί; Είσαι ανόητος. Μήπως πρόκειται να βγάλεις λόγο στα Χανιά; Σ’ ένα χωριό θα μιλήσεις και θα σ’ ακούσουν χωριάτες αγράμματοι. Δε λες ό,τι θες; Ποιος θα καταλάβει; Λόγια μόνο ν’ αραδιάσεις και σα βαρεθείς λες ένα «αιωνία του η μνήμη» και τελειώνεις.
- Καλά λοιπόν. Αλλ’ αφήστε με να συγκεντρώσω να συγκεντρώσω τις ιδέες μου.
Η εκκλησία όπου εψάλη η νεκρώσιμος ακολουθία, ήταν έξω από το χωριό. Δεν παρατήρησα, αλλ’ ίσως θα ήταν η εκκλησία του νεκροταφείου. Ήτο δε τόσο μικρή, ώστε εσφιχτήκαμε σαν σαρδέλες γύρω στον πεθαμένο. Με δυσκολία έκαμαν θέση στο ρήτορα να πλησιάσει. Οι χωρικοί είχαν μάθει ότι θα βγάλω λόγο και με παρατηρούσαν με περιέργεια και θαυμασμό. Πρώτη φορά θ’ ακουγότανε λόγος στο χωριό των. Ο δάσκαλος του χωριού, χωρικός και αυτός με βράκες, έψαλλε και μ’ εκοίταζε με φθόνο. Και η μεγάλη σημασία που εφαίνοντο ότι έδιδαν οι χωρικοί εις το πρωτάκουστον γεγονός που επεριμένετο μ’ έκαμε να αισθάνομαι βαρυτέραν την ευθύνην που ανέλαβα.
Ο νεκρός ήτο μπροστά μου και τον παρετήρουν. Ήτο σαν ζωντανός. Όπως του ’ρθε ξαφνικός ο θάνατος δεν τον είχε σχεδόν αλλάξει. Αλλ’ ενώ τον έβλεπα, άρχισε πάλι ο Σατανάς να με γαργαλά. Και μου εψιθύρισε:
- Γιά φαντάσου έτσι που ’χει τα χέρια σταυρωμένα αν έξαφνα αρχίσει να κτυπά γροθιές στο στήθος του και να φωνάζει: «Στήθος μάρμαρο!» Γιά φαντάσου!
Κύμα από γέλιο εσηκώθη μέσα μου και με δυσκολία το κράτησα.
Έστρεψα αλλού το βλέμμα μου κι εσυνάντησα τα πρόσωπα δύο φίλων μου και δεν ξέρω γιατί και αυτά έδωκαν άλλο ανατίναγμα εις το γέλιο που με δυσκολία τόση εσυγκρατούσα. Μου φάνηκε ότι τα μάτια των γελούσαν, ότι έκαναν την ίδια σκέψη για τον πεθαμένο και ότι, όπως εγώ, κρατούσαν με τα δόντια τη σοβαρότητά των. Εδάγκωσα τα χείλη μου. Ήθελα να τα ματώσω, να πονέσω για ν’ απομακρύνω την προσοχή μου από τον πειρασμό που γελούσε στη φαντασία μου.
Επάνω σ’ αυτά ήκουσα να μου λέγουν ορίστε. Ήτο καιρός ν’ αρχίσω. Είχα κάτι φράσεις συναθροίσει στο μυαλό μου, αλλ’ όταν μου ’παν ν’ αρχίσω, σκορπίσθηκαν διά μιας κι έμεινε αδειανό το κεφάλι μου. Δεν έμεινε παρά μόνο σκοτάδι. Ακόμη και τα μάτια μου είχαν θολώσει και δεν καλόβλεπα. Έμεινα άφωνος κάμποσα λεπτά, που μου φάνηκαν αιώνες. Και, ως μου ’παν έπειτα οι άλλοι, μια στιγμή άπλωσα τα χέρια μου, σαν άνθρωπος που πνίγεται και θέλει από κάπου να πιαστεί.
Επί τέλους κάτι βρήκα. Άρπαξα μια φράση έτοιμη κι επήρα κατήφορο. «Θλιβερόν καθήκον μας συνεκέντρωσεν εις τον οίκον τούτον του Θεού…»
- Αλλά είναι πολύ στενάχωρος και θα σκάσομε, εμουρμούρισε δίπλα μου ένας από τους συντρόφους μου.
Η διακοπή εκείνη όχι μόνον μου ’κοψε το νήμα, αλλά και έδωκε νέαν ευκαιρίαν εις τον πειρασμόν που ήθελε και καλά να με καταστρέψει. Εδάγκωσα και πάλιν τα χείλη μου. Έπειτα άρχισα να ξεροβήχω και ν’ αναζητώ συγχρόνως το νήμα που ’χασα. Και αφού πέρασα άλλην αγωνίαν, εξηκολούθησα:
«Ο προκείμενος νεκρός υπήρξεν ανδρείος δια την πατρίδα του, φιλόστορφος δια την οικογένειάν του, ευγενής και αγαθός δια τους φίλους του. Τα όρη τα οποία υψούνται υπέρ τας κεφαλάς μας, τα Λευκά όρη λέγω, διηγούνται τας ηρωικάς αυτού πράξεις κατά τον τριετή Κρητικόν αγώνα και κατά την τελευταίαν επανάστασιν, ήτις ηνάγκασε τον Σουλτάνον να συνθηκολογήσει με την μικράν αλλά μεγαλόψυχον Κρήτην. Ανήκεις εις γενεάν γιγάντων και ημιθέων. Το όνομά σου υπήρξε τόσον σεβαστόν και τιμημένον μεταξύ των ομοεθνών σου, όσον υπήρξε φοβερόν εις τους εχθρούς. Οι Τούρκοι σ’ έτρεμαν…»
Εδώ άλλη διακοπή.
- Τα παραφουσκώνεις, μου εψιθύρισεν η φωνή ενός από τους φίλους μου, ο οποίος εστέκετο δίπλα μου.
Παρά τρίχα να του φωνάξω «σκασμός!» ή κάτι τέτοιο. Επήγαινα τόσο ωραία. Είχα πάρει τον αέρα τού… ας πούμε του βήματος και οι ακροαταί μου, χωρίς να νοιώθουν μεγάλα πράγματα απ’ όσα έλεγα, εκρέμοντο από τα χείλη μου. Και ήμουν ικανός να τραβήξω μακριά στο δρόμο που ’χα πάρει, αλλά η κακόβουλη εκείνη διακοπή μου τα χάλασε πάλι. Πώς να ξαναγυρίσω εις το εγκώμιο των ηρωισμών του μακαρίτη; Έπρεπε να περάσω εις άλλα προτερήματά του. Αλλά με την ταραχή που μου ’φερεν η διακοπή η στροφή δεν ήτο εύκολη. Ξεροβήχοντος έλεγα κι εξανάλεγα: «Ο προκείμενος νεκρός…» Έπειτα μου ’ρθε μια ιδέα που να μη μου’ ρχότανε· να μιλήσω για το γιο του τον Αλέξανδρο. Και ήρχισα να πλέκω το εγκώμιο του φίλου μας. Έπειτα είπα:
«Ποία οδύνη θα διαπεράσει, ως φάσγανον, την καρδίαν του προσφιλεστάτου υιού σου Αλεξάνδρου, όταν μακράν σου ευρισκόμενος, θα μάθει τον θάνατόν σου! Διατί να μη ευρίσκεται πλησίον σου να γλυκάνει τας τελευταίας σου στιγμάς; Ίσως δε και η επιστήμη του ομού με την θερμότητα της υιικής του αγάπης θα κατόρθωναν να σε αποσπάσουν από τους όνυχας του αδυσωπήτου θανάτου…»
Τότε ένας χωρικός, συγγενής, φαίνεται, της οικογενείας, ο οποίος έστεκε πίσω μου, έριξε στο σβέρκο μου μια φράση:
- Πε πράμα και για τ’ άλλα παιδιά.
Πώς δεν τρελάθηκα, Θεέ μου, κείνη τη στιγμή! Αλλά κατάφερα να γυρίσω πίσω το γέλιο που μ’ ανέβηκε σα λόξυγκας στο λαιμό. Από την αγωνία και τη ζέστη έτρεχεν ο ιδρώτας ποτάμι από το μέτωπό μου. Εσώπασα πάλι κι εξεροκατάπινα. Να πω και για τ’ άλλα παιδιά; Αλλά τί να πω, δι’ όνομα Θεού! Μήπως τα ’ξερα καλά καλά; Στρέφομαι λιγάκι και λέγω χαμηλόφωνα στο χωρικό:
- Πώς τα λένε;
- Ο Αντρουλιός…
- Ο Αντρουλιός, εξηκολούθησα, ο φημισμένος σκοπευτής, ο οποίος ανυπομονεί να συνεχίσει τους ηρωικούς άθλους του γενναίου πατρός του…
- Η Μαρία, μου ψιθύρισε ο υποβολεύς.
- Η Μαρία, το κόσμημα του οίκου σου, η σεμνή και ενάρετος Μαρία…
Εις το άκουσμα του ονόματός της η Μαρία έβαλε φωνή μεγάλη:
- Μπαμπά μου και πώς θα μπαίνω στο έρμο το σπίτι να μη σε θωρώ μπλιο!
Αισθανόμουν ότι δεν άντεχα πια, ότι η δύναμη της αντιστάσεώς μου ήταν στο τέλος της. Τι μαρτύριο ήταν αυτό, να έχω μια τόσο ακράτητη ορμή να γελάσω, να ξεκαρδιστώ στα γέλια και να με πνίγει αγωνία! Και ο υποβολέας το σκοπό του:
- Ο Νικόλας… η Γαρουφαλιά…
Το  βλέμμα μου έπεσε πάλι για μια στιγμή στον πεθαμένο· και μου φάνηκε πως ήμουν πιο αξιοθρήνητος και απ’ αυτόν.
- Και τί να είπω δια τον Νικόλαον…
Δεν είχα τίποτε να είπω δια τον Νικόλαον, αλλά ούτε και μ’ αφήκαν. Από το απέναντι μέρος, όπου εστέκοντο δύο φίλοι μου, ήλθε ένα φύσημα μύτης, ένα γέλιο που ξέφυγε από τη μυτη, γιατί το στόμα ήταν φραγμένο με μαντήλι. Το φύσημα εκείνο και το μαντήλι που είδα στο στόμα κάτω από ένα μέτωπο χαμηλωμένο, με αποτέλειωσε. Θύελλα από γέλια ξέσπασε από το στήθος μου. Και σαν άρχισα, ήταν αδύνατο πια να κρατηθώ. Ήθελα να πω: «Γαίαν έχοις ελαφράν»· αλλά μόνο η πρώτη συλλαβή έβγαινε από το στόμα μου κι ετελείωνε σε σπασμό γέλιου.
Στρέφομαι γύρω με απελπισία και ζητώ μία πρόφαση για να δικαιολογήσω την ασεβή παραφροσύνη μου. Άλλοι με κοιτάζουν με απορία και άλλοι με θυμό· και μόνον οι φίλοι μου δεν με κοιτάζουν γιατ’ είχαν κρυφτεί. Το βλέμμα μου φτάνει στο φαρμακοποιό και στα μούτρα του βρίσκω την πρόφαση που ζητούσα. Ο Ζαμαλής βαφότανε κι από τη ζέστη η βαφή είχεν αναλιγώσει και με τον ιδρώτα σχημάτιζε κιτρινωπά ρυάκια στο πρόσωπό του.
- Μωρέ, βάφεσαι; του λέω για να δείξω τάχα ότι γι’ αυτή την ανακάλυψη γελούσα.
- Δε μου λες πως είσαι για δέσιμο; αποκρίνεται ο Ζαμαλής και σκουπίζεται με μεγάλο χρωματιστό μαντήλι.
Δια να σκεπάσει το σκάνδαλο ο παπάς άρχισε να ψάλλει. Την ίδια στιγμή δύο χέρια μ’ έσπρωξαν προς τα έξω· ήταν ο χωρικός που μου’ λεγε τα ονόματα· και στην πόρτα της εκκλησιάς μού λέγει:
- Το καλό που σου θέλω, φύγε, φύγε γλήγορα!

Υ.Γ: Παγκόσμια  ημέρα  γέλιου σήμερα!!! Αν και δεν συμφωνώ με τις αφιερωμένες μέρες  γιατί είναι σαν να αποκλείεις αυτό που εορτάζεται από όλες τις υπόλοιπες , θα κάνω μια εξαίρεση! Το γέλιο είναι θεραπεία. Η Θετική ενέργεια και το αλάτι της Γης..Στις δύσκολες και στις εύκολες στιγμές . Πηγάζει συνήθως από  το ευλογημένο χιούμορ των ανθρώπων που ελαφραίνει το βάρος της  ημέρας και δίνει άλλη νότα στο χώρο και στο χρόνο. Στον  επικήδειο του Ι Κονδυλάκη  το ξεκαρδιστικό επεισόδιο εκτυλίσσεται σε μια κηδεία ενός ανθρώπου που έφυγε από τον μάταιο τούτο κόσμο πλήρης ημερών.. Για να επιβεβαιωθεί το ρητό πως γάμος άκλαυτος και κηδεία αγέλαστη δεν υπάρχει.. Ο συγγραφέας έζησε στα τέλη του 19ου και αρχές του 20ου αιώνα..Για όσους αναρωτηθούν γιατί τόσο παλιά η αναφορά μου θα πω τούτο.. Το γέλιο δεν έχει ηλικία, χρόνο και τόπο. Δεν παλιώνει, δεν στερεύει ,δεν χάνεται με τα χρόνια.. Αντίθετα γίνεται πιο μεστό και πιο αναγκαίο. Το αποδεικνύουν οι χιλιάδες ασπρόμαυρες ελληνικές ταινίες που μας κάνουν να γελάμε ξεκαρδιστικά όλα αυτά τα χρόνια. Ο δημιουργός του κλασσικού «όταν ήμουν δάσκαλος’’ με πραγματική μαεστρία καταφέρνει να μας κάνει να γελάσουμε μέχρι δακρύων χωρίς να τον παρεξηγήσουμε καθόλου που περιβάλλον του γέλιου αυτού είναι μια κηδεία και μάλιστα στην Κρήτη..Το χαρίζω σε όλους τους φίλους μου…..


                                                                            ΜΑΡΙΑ ΦΟΥΚΑ



Υ.Γ2: ΕΙΝΑΙ ΤΟ ΓΕΛΙΟ ΣΟΥ:::ΛΑΥΡΕΝΤΗΣ ΜΑΧΑΙΡΙΤΣΑΣ ..ΑΓΑΠΗΜΕΝΟΣ ΚΑΙ ΑΞΕΧΑΣΤΟΣ....

Παρασκευή 1 Μαΐου 2020

ΚΑΛΗ ΠΑΡΑΞΕΝΗ ΠΡΩΤΟΜΑΓΙΑ..




Στους χιλιάδες εργαζόμενους που διεκδίκησαν διαδηλώνοντας αυτονόητα δικαιώματα για αξιοπρεπείς συνθήκες εργασίας, μισθούς, συμμετοχή σε απεργίες, εργατικό δίκαιο και κοινωνική ασφάλιση..Δικαιώματα που με αίμα κατοχυρώθηκαν και όχι δια μαγείας.

Σήμερα , η σκέψη μου πάει σε όλους αυτούς .Ιδιαίτερα  όμως στους εργαζόμενους στο χώρο της Τέχνης , του Θεάτρου , της Μουσικής , του Χορού που έχουν μπει στο περιθώριο λόγω της Καραντίνας ..Ο ηθοποιός που σημαίνει φως βρίσκεται στη σκιά της Πανδημίας..Πολύ λίγο αναφέρθηκαν οι πολιτικοί μας ταγοί στους υπηρέτες  αυτούς της θεραπευτικής τέχνης του Θεάτρου. Πως ζουν, αν επιβιώνουν, με ποιους τρόπους αντιμετωπίζουν την καθημερινότητα και τις ανάγκες της..Ξέχασαν πως η Τέχνη σε δύσκολες εποχές για τον ελληνισμό ήταν πάντοτε στην πρώτη γραμμή  κρατώντας το ηθικό των Ελλήνων υψηλό και ακμαίο. Αλλά και η παγκόσμια ιστορία  αποδεικνύει πως η τέχνη μιλάει καλύτερα στις καρδιές των ανθρώπων από κάθε άλλη φωνή.

Θα μου πείτε..Τί να γίνει; Θα παίξουμε θέατρο την εποχή του κορωνοϊού; Παρόλο που αρνούμαι να δεχτώ ότι ο άνθρωπος θα πάψει να παίζει και να βλέπει θέατρο δεν θα απαντήσω τώρα σ΄ αυτό το ερώτημα...Θα βρεθούν τρόποι.. Εκείνο που πρέπει να γίνει άμεσα είναι να στηριχτούν οικονομικά οι εργαζόμενοι στο χώρο της Τέχνης..Γιατί η πολιτεία που ξεχνάει σε περίοδο κρίσης τους ανθρώπους του πολιτισμού είναι απλά απολίτιστη!!!
                                                       
                                                                   ΜΑΡΙΑ ΦΟΥΚΑ

Υ.Γ: Όσοι ξεμπερδεύουν με τους 200 εκτελεσμένους της Καισαριανής λέγοντας ότι ήταν κομμουνιστές ένθεν κακείθεν  , θα πω μόνο τούτο.. Ήταν άνθρωποι που πέθαναν με το κεφάλι ψηλά τιμώντας την Ελλάδα και την αξιοπρέπεια του ανθρώπου..