Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Τα παραμύθια μου.. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Τα παραμύθια μου.. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Πέμπτη 26 Ιανουαρίου 2017

ΤΟ ΚΑΛΟΠΡΟΑΙΡΕΤΟ ΔΕΝΤΡΟ...


ΤΟ ΚΑΛΟΠΡΟΑΙΡΕΤΟ ΔΕΝΤΡΟ

Μια φορά και έναν καιρό σε ένα μακρινό δάσος ζούσε ένα δέντρο πολύ καλοπροαίρετο. Με πολλή ευγένεια υποχωρούσε στο βοριά, υποδεχόταν τη βροχή χωρίς παράπονα όπως άλλα διπλανά δέντρα που γκρίνιαζαν όταν ο ήλιος ξεχνούσε να βγει για μέρες μια κι ήθελε να χουζουρεύει στο κρεβάτι του. Αλλά και τις καταιγίδες τις  έβλεπε με καλό μάτι κι ας του έριχναν τα γυαλιστερά του φύλλα στο χώμα να σαπίσουν πριν την ώρα τους. Γενικά σεβόταν όλα τα καιρικά φαινόμενα .Υπάκουα έριχνε τα φύλλα του το φθινόπωρο και το χειμώνα και άνθιζε χωρίς χρονοτριβή την άνοιξη. Ήταν δηλαδή ένα φιλήσυχο και υπάκουο δέντρο.

Αλλά και με άλλους πολλούς τρόπους έδειχνε τον καλό του χαρακτήρα. Έδινε προθυμότατα κατοικία σε άστεγα ζώα στις καλοφτιαγμένες του κουφάλες και ένιωθε πολύ στοργικά για τα μικρά τους που υπομονετικά περίμεναν να επιστρέψουν οι γονείς τους από το κυνήγι για να τα ταΐσουν. Μάλιστα τα νανούριζε με τα κλαδιά του, καθώς τα χόρευε ο άνεμος . Ιδιαίτερη αγάπη είχε στα πουλιά αλλά και στις πεταλούδες και σε κάθε λογής έντομο του Θεού που φώλιαζε στα φιλόξενα λημέρια του. Αλλά και τους κουρασμένους στρατοκόπους αγαπούσε και τους κάθε είδους επισκέπτες που έβρισκαν στη σκιά του δροσιά και ένα απάγκιο για να ξεκουραστούν .Θα μου πείτε δεν είχε καμιά κακία αυτό το τόσο καλοπροαίρετο δέντρο;

Όπως όλοι μας είχε κι αυτό τις αντιπάθειές του. Η μεγαλύτερη ήταν το δάσος στο οποίο ανήκε. Ευχόταν να ήταν μόνο του χωρίς την γειτονιά των άλλων δέντρων που με τα παράπονα και τη φλυαρία τους το κούραζαν και το εξαντλούσαν. Όταν, ειδικά, κάποιοι έξυπνοι φύτευαν σε κάτι ανεκδιήγητες δενδροφυτεύσεις  νέες ποικιλίες δέντρων μπροστά στη μύτη του, κλέβοντας από το ζωτικό του χώρο, ο θυμός του δεν περιγραφόταν.Και τότε το καλοπροαίρετο δέντρο γινόταν τόσο κακοπροαίρετο που ούτε και το ίδιο αναγνώριζε τον εαυτό του.  Όση υπομονή κι αν έκανε, ονειρευόταν ότι βρίσκεται σε μια εξαίσια ερημιά να ανθίζει και να ρίχνει τα φύλλα του χωρίς κανένας να το ενοχλεί ή  να το ταράζει με τη γκρίνια του και με τα προβλήματά του. Και μια μέρα που είχε πραγματικά εξαντληθεί από τους τσακωμούς των άλλων δέντρων που εξαιτίας του βοριά έμπλεκαν τα κλαδιά τους και τσάκιζαν τα φύλλα τους, αποκοιμήθηκε .Το όνειρο που είδε θα άλλαζε για πάντα την οπτική του για το δάσος.

Βρέθηκε πράγματι στην εξαίσια ερημιά που είχε ονειρευτεί και στον ξύπνιο του. Στην αρχή ήταν ωραία. Ησυχία και τάξη. Στη συνέχεια όμως παρατήρησε ότι ούτε οι φίλοι του , τα πουλιά, οι πεταλούδες, τα ζώα μικρά και μεγάλα αλλά και οι στρατοκόποι, προτιμούσαν τη συντροφιά του .
-Πρέπει να φύγουμε, του είπε μια αξιαγάπητη οικογένεια σκίουρων που μέχρι τότε κατοικούσε στον κορμό του.
-Γιατί; αποκρίθηκε το καλοπροαίρετο δέντρο χωρίς να κρύψει την στενοχώρια του.
-Πρέπει, πρέπει, ξανάπε ο μπαμπάς σκίουρος. Εδώ είναι ερημιά. Πού θα βρούμε φαγητό για τα μικρά μας; Μόνο στο δάσος μπορούμε να επιβιώσουμε. Συγγνώμη..

Αλλά και οι πεταλούδες και τα πουλιά υποστήριζαν ότι σε κείνη την ερημιά δεν θα μπορούσαν να βρίσκουν την τροφή τους αλλά και να ζουν με ασφάλεια . Αν περνούσε κανένας κυνηγός ,έλεγαν, δεν ήταν δυνατό να κρυφτούν καλά στη φυλλωσιά του ούτε να πετάξουν αλλού  αφού δεν υπήρχαν άλλα δέντρα  εκεί τριγύρω να καταφύγουν .Το καλοπροαίρετο δέντρο πικράθηκε τόσο πολύ που εκείνη τη μέρα δεν έφαγε ούτε ήπιε ούτε τραγούδησε με το βοριά. Η τάξη και η ησυχία που επικρατούσε τριγύρω άρχιζε να του δίνει στα νεύρα .Το όνειρο είχε γίνει εφιάλτης. Ώσπου συνέβη και το χειρότερο.

Ξυλοκόποι φάνηκαν από μακριά. Έψαχναν ξύλα για τη φωτιά αλλά και να φτιάξουν τις καλύβες τους. Στο δάσος  δεν επιτρεπόταν η υλοτομία κι αυτοί είχαν βγει παραέξω να ψάξουν τη λεία τους. Το καλοπροαίρετο δέντρο ,αβοήθητο στην ερημιά, κατάλαβε τί το περίμενε. Προσπάθησε να διαμαρτυρηθεί, να θυμίσει στους ξυλοκόπους όλες εκείνες τις φορές που τους είχε προσφέρει τον ίσκιο του και τη δροσιά του, αλλά τίποτε. Όταν τα τσεκούρια τους με δύναμη ξέσκισαν τον κορμό του και σωριάστηκε φαρδύ πλατύ στο χώμα, πριν ξεψυχήσει μια σκέψη καρφώθηκε στο μυαλό του. Τί ανόητο που ήταν μέχρι τώρα που πίστευε ότι μόνο του θα μπορούσε να τα βάλει με τη μοίρα του! Ότι δεν έχει ανάγκη τη βοήθεια κανενός , ότι το δάσος είναι ένας μπελάς και τίποτα περισσότερο…

Ευτυχώς, το καλοπροαίρετο δέντρο ξύπνησε από  τις φωνές μιας ομάδας προσκόπων που είχε έρθει να επισκεφτεί το δάσος. Ανακουφισμένο , πρώτη φορά δεν  γκρίνιαξε για τη φλυαρία των άλλων δέντρων που προσπαθούσαν να προσελκύσουν τους μικρούς επισκέπτες στον δικό τους ίσκιο ούτε από το θόρυβο των φύλλων που έτριζαν κάτω από τα παπούτσια τους. Οι κουβέντες και οι ήχοι του δάσους είχαν μέσα τους ζωή και κίνηση και του δημιουργούσαν το αίσθημα της συντροφικότητας και  της ασφάλειας. Το καλοπροαίρετο δέντρο κατάλαβε ότι μόνο στην κοινωνία του δάσους θα μπορούσε να επιβιώσει. Κι ας υπήρχουν χιλίων λογιών διαφορετικά πλάσματα και φωνές. Φτάνει να έβλεπε με διαφορετικό μάτι και τη συμμετοχή και την ομάδα.

Υ.Γ: Στην εποχή μας, ίσως όχι άδικα, έχει κατηγορηθεί η συμμετοχή σε συνελεύσεις, συλλόγους και συνδέσμους και μάλιστα από ανθρώπους ευαίσθητους και με καλές προθέσεις. Με άλλα λόγια  ζούμε στο καιρό της ατομικής προσπάθειας και αξιολόγησης. Καλοπροαίρετα, μάλιστα, διατυπώνουμε γνώμες περί αποτυχίας της συλλογικής προσπάθειας και μεγάλης απογοήτευσης για τις συλλογικές διαδικασίες. Ψάχνουμε για λύσεις ατομικές και νομίζουμε ότι θα τις βρούμε μόνοι μας. Για τον εαυτό μας και για τους λίγους εκλεκτούς με τους οποίους έχουμε επιλέξει να ζούμε.  Τέλος αδιαφορούμε για τα προβλήματα που αντιμετωπίζουν οι άλλοι και νομίζουμε ότι ποτέ δεν θα μας αγγίξουν. Ονειρευόμαστε εξαίσιες ερημιές χωρίς αυτούς. Που είναι κακοί, φτωχοί, κουτοί, ανίκανοι,  αμόρφωτοι, αλλοεθνείς, αλλόθρησκοι, διαφορετικοί. Και ξεχνάμε πως η ισχύς βρίσκεται στην ένωση και στην ανεκτικότητα. Στην κατανόηση πως συν-βιώνουμε . Στην ομορφιά  πως  συν-ομιλούμε. Στην ποικιλία πως διαφωνούμε. Γιατί είμαστε ίσοι αλλά διαφορετικοί σε μια κοινωνία προσώπων. Χωρίς να ψάχνουμε ατομικούς παραδείσους αφού  απλούστατα δεν υπάρχουν. Αλλιώς οι ξυλοκόποι θα φανούν στο τέλος. Και η μοίρα μας θα είναι προδιαγεγραμμένη.

Υ.Γ: Το παραμύθι αυτό το αφιερώνω στους καλοπροαίρετους ανθρώπους που αμφισβητούν την αποτελεσματικότητα της συμμετοχής και φοβούνται τις συνέπειες της ανεκτικότητας. Αισθάνομαι ότι μπορώ να τους πείσω ότι έχουν πολλά να προσφέρουν στην κοινή προσπάθεια. Με τους κακοπροαίρετους δεν ασχολούμαι. Ή μάλλον τους αντιμετωπίζω με αδιαφορία αλλά και με τον ίδιο κακοπροαίρετο τρόπο με τον οποίο αντιμετωπίζουν όλους τους άλλους.
                                                                    
                                                                         ΜΑΡΙΑ ΦΟΥΚΑ



Πέμπτη 31 Δεκεμβρίου 2015

Ο ΒΑΣΙΛΙΑΣ ΤΩΝ ΔΡΟΜΩΝ ΠΟΥ ΚΟΥΡΑΣΤΗΚΕ..


Μια φορά κι έναν καιρό, πολύ μακριά στο βάθος του ορίζοντα ήταν χτισμένη η πολιτεία των δρόμων. Βασιλιά της ο πιο γρήγορος και παράξενος δρόμος. Παράξενος , γιατί αντίθετα με τους άλλους δρόμους που στέκονταν ακίνητοι και πάνω τους πηγαινοέρχονταν άνθρωποι και αυτοκίνητα ,άμαξες και κάθε λογής αυτοκινούμενα όντα, ο βασιλιάς των δρόμων έτρεχε ο ίδιος τα πάντα που κινούνταν στη ράχη του. Για να σας δώσω να καταλάβετε ακριβώς , φανταστείτε τις κυλιόμενες σκάλες ενός μεγάλου εμπορικού κέντρου. Αυτές να ανεβοκατεβαίνουν καμαρωτές και μεγαλόπρεπες και οι άνθρωποι κρατώντας τσάντες και τσαντάκια να ξεκουράζονται στην φιλόξενη μεταλλική τους ράχη με τα μαγικά σκαλοπάτια που απλώνονται και μαζεύουν σαν τη ζύμη της γιαγιάς όταν φτιάχνει τα πεντανόστιμα τσουρέκια της.
             Έτσι και ο βασιλιάς των δρόμων. Έτρεχε βολίδα και οι άνθρωποι έφταναν ασφαλείς στον προορισμό τους έχοντας κάνει όλες τις απαραίτητες δουλειές της ημέρας. Γιατί ο βασιλιάς αυτός δεν κουραζόταν ποτέ να εξυπηρετεί τους επιβάτες του σε ό,τι κι αν του ζητούσαν. Ήξερε από αυτοκίνητα και μηχανές και συνεργεία κάθε είδους και έδινε τις κατάλληλες συμβουλές για κάθε λογής επισκευή. Είχαν δει πολλά τα μάτια του στα καθημερινά του ταξίδια και δεν παρέλειπε ποτέ να ακούει και να μαθαίνει από τους σοφούς και μορφωμένους ταξιδευτές για να μπορεί να χρησιμοποιεί τη σοφία τους ανάλογα με την περίσταση. Σιγά σιγά όλοι παραδέχτηκαν την αξία του και άνθρωποι και δρόμοι τον έκαναν βασιλιά τους.
          Εκτός από τις αδιαμφισβήτητες ικανότητές του να επιλύει κάθε είδους προβλήματα κυριολεκτικά στο πόδι, είχε και άλλα εξίσου σπουδαία ταλέντα. Ήταν ένας πολύ αστείος δρόμος. Ενώ έτρεχε με ασφάλεια τις διαδρομές του , οι άνθρωποι χοροπηδούσαν από τα γέλια στη ράχη του με τις παροιμιώδεις ατάκες του και την απίθανη θεατρικότητα στην απόδοση των κάθε λογής ιστοριών που σκαρφιζόταν το αεικίνητο μυαλό του. Έτρεχε και γελούσε . Μην φανταστείτε όμως ότι γελούσε πάντα. Όπως όλοι οι δρόμοι που έχουν δει πολλά τα μάτια τους ήταν αυστηρός με τους τεμπέληδες , τους άδικους και τους αγενείς ανθρώπους. Άστραφτε και βρόνταγε κάθε φορά που αντιλαμβανόταν ότι κάποιοι κυκλοφορούσαν χωρίς αρχές και κανόνες. Όλα κι όλα . Ήταν ένας δρόμος- βασιλιάς με άποψη και γνώμη για όλα. Τέλος ήταν ένας πολύ γενναιόδωρος , πειθαρχημένος και καλλιτεχνικός δρόμος. Τραγουδούσε , έπαιζε μαντολίνο αυτοδίδακτος , έψελνε , έγραφε , μελετούσε όλους τους ιστορικούς, τους φιλοσόφους και τους ποιητές και μάθαινε απέξω ολόκληρα κομμάτια από τα έργα τους. Όταν μάλιστα έλεγε τα περιβόητα παραμύθια του κανένα παιδί δεν ήθελε να κατέβει από τη ράχη του και να πάει για ύπνο. Αλλά ακόμα και οι μεγάλοι κρέμονταν από τα χείλη του. Είμαι σίγουρη ότι δεν έχετε ξανακούσει για άλλον τέτοιο δρόμο. Και αυτό δεν είναι παραμύθι.
         Μια μέρα ακούστηκε στην πόλη ότι ο βασιλιάς των δρόμων κουράστηκε και σκόπευε να σταματήσει τα ταξίδια του. Κι αυτό γιατί ένας κεραυνός ακινητοποίησε την ταξιδιάρικη ψυχή του λέγοντας πως ήρθε ο καιρός να ξεκουραστεί και να αναλάβουν τις ευθύνες τους όλοι αυτοί που κουβαλούσε στη ράχη του.  Μάλιστα ακούστηκε η βροχή να υποστηρίζει ότι  είχε τόσο ταξιδέψει αυτός ο δρόμος που είναι καιρός να ζήσει με τις αναμνήσεις των υπέροχων διαδρομών του. Τα βουνά τέλος συμφώνησαν με τον ήλιο που λάμπρυνε πολλά ορειβατικά του περπατήματα πως έφτασε η ώρα για τον βασιλιά των δρόμων να ακουμπήσει  στους ώμους των θαυμαστών του το ακίνητο σώμα του. Αρχικά κανένας δεν πίστεψε αυτό το πρωτάκουστο νέο. Αν ήταν ποτέ δυνατόν να κουραστεί αυτός που μια ζωή έτρεχε με άποψη και όχι από ανάγκη!!!
        Ήταν αλήθεια. Ο βασιλιάς των δρόμων είχε κουραστεί. Το διαλάλησαν οι καμπάνες της πολιτείας για να το ακούσουν όλοι. Και δυο μικρά παιδάκια που έπαιζαν στην αυλή του σπιτιού τους ,ο Παναγιώτης και η Αναστασία, λυπήθηκαν γιατί δεν πρόλαβαν να γνωρίσουν τον βασιλιά των δρόμων στις δόξες του. Να δουν από κοντά το μεγαλείο των ταλέντων του υπέροχου δρόμου. Έπρεπε να αποδεχτούν το γεγονός ότι δεν θα ταξίδευαν μαζί του .Γιατί όπως και οι άνθρωποι, γερνάνε και οι δρόμοι. Το ίδιο βράδυ τα δυο παιδιά πήγαν να  γνωρίσουν τον ακίνητο βασιλιά των δρόμων. Αυτός γεμάτος σοφία τα χάιδεψε και με πολλή σοβαρότητα τους τραγούδησε τραγούδια για ταξίδια .Και τότε τα παιδιά κατάλαβαν ότι ο βασιλιάς των δρόμων είχε βρει άλλον τρόπο για να ταξιδεύει. Μέσα από τα μάτια τους….
                                                      
                                                                             ΜΑΡΙΑ ΦΟΥΚΑ.

Υ.Γ: Το αφιερώνω στον πατέρα μου, τον λάτρη των δρόμων…. Καλή χρονιά μπαμπά….

 







Τετάρτη 2 Δεκεμβρίου 2015

ΤΟ ΠΑΡΑΞΕΝΟ ΕΛΑΤΟ..



Μια φορά και ένα καιρό ήταν ένα άρρωστο έλατο. Το πράσινό του χρώμα κοκκίνιζε στις άκρες των μυτερών του φύλλων, σημάδι της αρρώστιας. Στεκόταν στην πλαγιά του ψηλού βουνού με μεγάλη αξιοπρέπεια παρόλο που γνώριζε πως ήταν θέμα χρόνου να λυγίσει και να σπάσει λόγω της σοβαρότατης ξήρανσης που αντιμετώπιζε το άλλοτε λυγερό και καταπράσινο φύλλωμά του. Οι αιτίες της αρρώστιας πολλές, σύμφωνα με τους ειδικούς που έχουν όλες τις απαντήσεις για το επικείμενο και αναπόδραστο τέλος και καμιά για μια πιθανή αντιμετώπιση και θεραπεία του.
         Το άρρωστο έλατο, ωστόσο, συνέχιζε να αστειεύεται με τον βοριά που πάγωνε στα φύλλα του τις σταγόνες της βροχής , με τον ήλιο που έλιωνε τις χιονονιφάδες και τις έκανε να λαμπυρίζουν σαν αστέρια  , με τα σύννεφα που αναπαύονταν στο κεφάλι του πότε γκριζωπά και πότε ολόλευκα σαν κυριακάτικο κουστούμι , με τα πουλιά που φώλιαζαν στα πληγωμένα του σπλάχνα και με τα ζώα του δάσους που ανυποψίαστα για το μοιραίο τέλος του όμορφου δέντρου έδειχναν ολοφάνερα την προτίμησή τους στην σκιερή και δροσερή αγκαλιά του… Το άρρωστο δέντρο συνέχιζε με πείσμα το ακίνητο ταξίδι του στον κόσμο . Κάποτε κάποτε επηρεασμένο από ένα ωραίο ηλιοβασίλεμα, τη μουσική του δάσους που διαπερνούσε το ξύλινο σώμα του σαν το καλύτερο φάρμακο – όλους εκείνους τους ήχους της ζωής που αρμονικά συμβιώνουν μέσα και πάνω από το χώμα- έφτανε να πιστεύει πως μπορούσε να νικήσει την αρρώστια που κρυφογελούσε με τις φρούδες ελπίδες του..
           Μια μέρα το όμορφο έλατο λύγισε από την αρρώστια. Δεν μπορούσε πια να αναπνεύσει το δροσερό οξυγόνο του βουνού , να πιεί νερό από τις βροχές του θεού και τα ποτάμια , να τραγουδήσει μαζί με τον άνεμο. Προπάντων δε μπορούσε να σηκωθεί όρθιο για να βλέπει τον μακρινό κάμπο και την γαλανή θάλασσα που πάντοτε ονειρευόταν να γνωρίσει. Για όσους παραξενεύεστε από αυτή του την επιθυμία , σας λέω ότι το έλατο αυτό δεν ήταν καθόλου συνηθισμένο . Ήταν ένα παράξενο έλατο που αγαπούσε τη θάλασσα. Σαν παγιδευμένο προσπάθησε να αντιδράσει μαζεύοντας όλη του τη δύναμη. Στην οικογένειά του, το βοριά , τον ήλιο , τα σύννεφα , τα πουλιά και τα ζώα του δάσους άφησε σαν φυλακτό τα τελευταία του λόγια… << Ήρθα στον κόσμο για να είμαι όρθιο. Να  δίνω ίσκιο και δροσιά στους ορειβάτες , να χαρίζω ζωή και ομορφιά στην πλάση. Αλλιώς δεν υπάρχω..Και δεν θέλω να υπάρχω..>>
           Το όμορφο έλατο  σωριάστηκε στο χώμα. Σαν να αισθάνθηκαν το τέλος, χιλιάδες στολισμένα έλατα εκείνο το βράδυ, οκτώ του Δεκέμβρη , έστρεψαν το αστέρι τους στο φεγγάρι που υποδέχτηκε με σοβαρότητα την ψυχή του δέντρου. Τα στολίδια τους έχασαν τη λάμψη τους και την αστραφτερή τους ομορφιά. Και την άλλη μέρα, ο βοριάς , ο ήλιος , τα σύννεφα , τα πουλιά και τα ζώα του δάσους έπιασαν το τραγούδι και συνόδευσαν το αγαθό έλατο στον κήπο των αναμνήσεων . Αλλά και η θάλασσα , πολύ μακριά , υποκλίθηκε με αφρούς και παιχνιδίσματα στο παράξενο δέντρο που όσο ζούσε ονειρευόταν να τη συναντήσει….
                                          ΜΑΡΙΑ ΦΟΥΚΑ
Υ.Γ: Το αφιερώνω στον αγαπημένο μου Βασίλη που έφυγε μέσα στα Χριστούγεννα πριν τέσσερα χρόνια..
       
       




Σάββατο 6 Ιουνίου 2015

ΤΟ ΔΕΝΤΡΟ ΠΟΥ ΕΚΡΥΒΕ ΤΟ ΔΑΣΟΣ...



Μια φορά και έναν καιρό σε μια μακρινή πολιτεία του Βορρά  ζούσε ένα δέντρο που έκρυβε το δάσος. Όλοι το ήξεραν με αυτό το όνομα .Φυσικά όχι τυχαία. Ήταν πελώριο και φουντωτό με χοντρό κορμό και γυαλιστερά φύλλα. Οι ρίζες του άπλωναν το βασίλειό τους βαθιά μέσα στη γη, ραγίζοντας βράχους και πέτρες και χορηγώντας ζωή με  το πολύτιμο νερό στο περήφανο δέντρο. Στεκόταν λοιπόν με αυτοπεποίθηση  στην άκρη του δάσους και έκλεβε όλα τα βλέμματα των κάθε λογής επισκεπτών που συνήθιζαν να αποδεικνύουν την μεγάλη αγάπη τους στη φύση με μακρινές στοχαστικές βόλτες στο απέραντο πράσινο του παραπονεμένου δάσους.
        Κι ήταν πράγματι πολύ παραπονεμένο εκείνο το δάσος της πολιτείας του Βορρά. Ενώ ήταν μια ανεξάντλητη πηγή ζωής για δεκάδες ποικιλίες ζώων, μικρών και μεγάλων, περικλείοντας όλα τα είδη των πιο μαγευτικών δέντρων που λικνίζονταν σαν χορευτές στο παραμικρό φύσημα του ανέμου, οι επισκέπτες στέκονταν με δέος και θαυμασμό στην άκρη του, παγιδευμένοι, λες ,από την γοητεία του δέντρου που έκρυβε πάντα το δάσος..Κι επειδή καλό είναι οι δημοκρατικές διαδικασίες να συνηθίζονται και στον κόσμο των παραμυθιών , όλοι οι κάτοικοι του παραπονεμένου δάσους έκαναν συνέλευση για να πάρουν αποφάσεις για την αντιμετώπιση αυτής της περίτρανης αδικίας. Αυτοσυγκεντρώθηκαν και με τη βοήθεια του ανέμου που μεταφέρει τις φωνές των ακίνητων δέντρων, αφού διατύπωσαν τη γνώμη τους, συμφώνησαν τελικά στο εξής. Θα μετέφεραν το παράπονό τους στο περιβόητο δέντρο και θα του έδιναν τρεις μέρες διορία να αναλάβει τις ευθύνες του .
         Πολύ στενοχωρήθηκε το γοητευτικό δέντρο. Δεν ήταν αναίσθητο . Θεώρησε μάλιστα πολύ δίκαιο το παράπονο του δάσους..Αλλά τι μπορούσε να κάνει; Εκεί που σκεφτόταν πιθανές λύσεις και τρόπους να αντιμετωπίσει το πρόβλημα, άκουσε άθελά του μια συζήτηση προσγειωμένη στις ρίζες του..Έσκυψε να δει. Ένας μικρός περιηγητής έλεγε στη μητέρα του. Τι ωραίο δέντρο! Πόσο θα΄θελα να μείνω εδώ για πάντα!  Πράγματι , απάντησε η μητέρα του… Κοίταξε όμως ..Αν στρίψεις λίγο πιο κει το κεφάλι σου ,αλλάζοντας την οπτική σου, θα αντικρίσεις το πιο όμορφο δάσος ..Αυτό το δέντρο που θαυμάζεις είναι μόνο ένα μέρος του… Ο μικρός συμφώνησε αλλάζοντας  με εμπιστοσύνη την οπτική γωνία του ..Και αποζημιώθηκε δεόντως..
      Το δέντρο που έκρυβε το δάσος αμέσως κατάλαβε ότι δεν ήταν δική του ευθύνη να αλλάξει την πραγματικότητα..Ο άνθρωπος πάντα είναι αυτός που επιλέγει την οπτική του γωνία στα πράγματα και έχει την ευθύνη αυτής της επιλογής. Μάλιστα ο άνθρωπος είναι οι επιλογές του..Η βιασύνη, το συμφέρον και η ιδιοτέλεια, η ανασφάλεια και η απαισιοδοξία  είναι μερικοί παράγοντες που διαμορφώνουν την οπτική γωνία των ανθρώπων..Αλλά και η μετριοπάθεια ,η δικαιοσύνη ,η αισιοδοξία ,η καλοσύνη και η αγάπη …Η οπτική γωνία των ανθρώπων …..Το δέντρο απάντησε με θάρρος στο παραπονεμένο δάσος πως το μόνο που θα μπορούσε να κάνει είναι να ευχηθεί οι άνθρωποι να επιλέγουν πάντα την σωστή οπτική γωνία..Αλλά για καλό και για κακό θα κρεμούσε στον κορμό του και μια ταμπέλα που θα έλεγε..<<Εσύ που με θαυμάζεις ,μάθε ότι δεν θα υπήρχα χωρίς το δάσος που κρύβω  >>
                                                                                      ΜΑΡΙΑ ΦΟΥΚΑ

Υ.Γ: Το  αφιερώνω στη μητέρα μου και στη σοφή οπτική γωνία με την οποία  βλέπει και παλεύει τα πράγματα …….

Τρίτη 10 Μαρτίου 2015

ΟΙ ΑΝΥΠΑΚΟΥΟΙ ΑΝΕΜΟΙ..



Μια φορά και έναν καιρό στην πιο μακρινή γωνιά της γης  υπήρχε  μια  πολιτεία με το όνομα, Πολιτεία των Ανέμων. Σ΄αυτή την πολιτεία κυβερνούσε η Άπνοια. Ουδ΄όσο κάνει η μέλισσα κοντά στο λουλουδάκι, όπως λέει και ο ποιητής. Που σημαίνει ότι απουσίαζε η παραμικρή ανάσα, το ανεπαίσθητο φύσημα που προκαλούν τα μικροσκοπικά και λεπτεπίλεπτα φτερά της μέλισσας που πετά δίπλα σε ένα λουλούδι. Για πολιτεία των ανέμων η κατάσταση ήταν άκρως αποπνικτική. Πλήθος άνεμοι, βοριάδες, νοτιάδες, μελτέμια και αεράκια και κάθε λογής αερικά ζούσαν αφοπλισμένοι και κυριολεκτικά φιμωμένοι από κανόνες που έθετε η Άπνοια.
         Στην αποπνικτική αυτή ατμόσφαιρα της πολιτείας των ανέμων τα πάντα ήταν ετοιμόρροπα. Σπίτια, γέφυρες, δέντρα, πύργοι, σχολεία ,υπουργεία και φρούρια… Μα ακριβώς επειδή δεν φυσούσε το παραμικρό αεράκι, τίποτα δεν απειλούσε τα σαθρά και σάπια τους θεμέλια, την τόσο εύθραυστη ισορροπία τους. Έμεναν όρθια αν και εν δυνάμει ερείπια. Όλα λειτουργούσαν ρολόι. Τα ραδιόφωνα στη διαπασών έπαιζαν για σωφρονιστικούς λόγους το πολύ διδακτικό άσμα << του μικρού βοριά παράγγειλα να ΄ναι καλό παιδάκι, να μη χτυπάει πορτόφυλλα και το παραθυράκι>> και όλοι οι άνεμοι συνετίζονταν και συντονίζονταν με τις επιταγές του. Στο <<γιούρογκρουπ>> των τόσο όμοιων συνετών ανέμων που κάθε άλλο παρά επιτελούσαν τον σκοπό της ύπαρξής τους, δηλαδή να φυσάνε, τίποτα δεν προμήνυε κάποια αλλαγή .
           Μια μέρα στη κεντρική πλατεία της πολιτείας των ανέμων εμφανίστηκε από το πουθενά ένας ξένος με μια λατέρνα. Κάθισε σε ένα τραπεζάκι στην άκρη της πλατείας , έβγαλε  το σακάκι του γιατί η ζέστη ήταν αφόρητη και ζήτησε νερό. Αμέσως ανταποκρίθηκαν οι συνετοί άνεμοι προσέχοντας να μην φυσήξουν την παραμικρή ανάσα.- Που θα πάει , θα φυσήξει… αναφώνησε ο ξένος ευχαριστώντας τους ανέμους για το νερό και πριν προλάβουν εκείνοι να εκφράσουν την έκπληξή τους για την ανήκουστη  προσδοκία του ξένου ,η λατέρνα καλοκουρδισμένη άρχισε να τραγουδά… Να μας πάρεις μακριά, να μας πας στα πέρα μέρη, φύσα θάλασσα πλατιά, φύσα αγέρι, φύσα αγέρι…. Οι συνετοί άνεμοι έμειναν εμβρόντητοι. Αν είναι δυνατόν τέτοια τραγούδια σε μια πολιτεία που κυβερνάει η άπνοια!! Του είπαν να σταματήσει τη λατέρνα αμέσως. Ρώτησε γιατί. Του εξήγησαν . Μα εσείς δεν είστε άνεμοι; Ρώτησε ο ξένος. Δεν έχετε υποχρέωση να φυσάτε;
           Οι συνετοί άνεμοι αιφνιδιάστηκαν .Απάντησαν γεμάτοι ντροπή ότι έτσι δεν απειλούνταν τα ετοιμόρροπα κτήρια της πολιτείας.- Μα αφού είναι ετοιμόρροπα πρέπει να πέσουν ,απάντησε  ήσυχα ο ξένος .-Δεν είναι κακό να πέφτουν τα ετοιμόρροπα πράγματα. Αντίθετα είναι αναγκαίο. Οι συνετοί άνεμοι δεν μίλησαν. Κατάλαβαν πως δεν ήταν αυτή η δουλειά τους. Συνεννοήθηκαν με τα μάτια και καθώς ο ξένος φορτώθηκε τη λατέρνα του να φύγει , ένα στην αρχή απαλό θρόισμα που σιγά σιγά δυνάμωνε, απλώθηκε στο δάσος της πολιτείας των ανέμων και τον ξεπροβόδισε. Οι άνεμοι έπαψαν να είναι συνετοί και υπάκουοι. Ξανάγιναν απλώς άνεμοι. Το επόμενο λεπτό ένας εκκωφαντικός θόρυβος ακούστηκε. Στο φύσημα των ανυπάκουων ανέμων σωριάστηκαν σε ερείπια όλα τα ετοιμόρροπα κτήρια της πολιτείας των ανέμων.
                                                           ΜΑΡΙΑ ΦΟΥΚΑ

Υ.Γ: Το αφιερώνω σε όλους τους ανθρώπους που κάνουν τη διαφορά.....



Σάββατο 3 Ιανουαρίου 2015

Η ΚΥΡΙΑΡΧΗ ΛΕΩΦΟΡΟΣ...




                                                      
Στη χώρα των παραμυθιών κυρίαρχη ήταν η λεωφόρος. Ένας πλατύς δρόμος με έξι λωρίδες χώριζε στη μέση τα βασίλεια και τα χωριά της με τους αγαθούς γέροντες , τους φτωχούς ξυλοκόπους, τις πανούργες μάγισσες και τους μάγους με το σαρδόνιο χαμόγελο. Η λεωφόρος , η πραγματική βασίλισσα αυτής της χώρας, ξάπλωνε φαρδιά πλατιά στον ήλιο , νωχελικά χαμογελώντας για την καλή της τύχη να κινείται πάνω της το σύμπαν των μικρών και μεγάλων παραμυθιών.
        Μια μέρα με ακραία καιρικά φαινόμενα, τα οποία δεν φαίνονταν καθόλου ακραία, όπως συμβαίνει σε όλα τα παραμύθια και ενώ  κάθε λογής κινούμενο έτρεχε με παραμυθικές ταχύτητες στην ασφαλτοστρωμένη ράχη της χωρίς λακκούβες, μια και στην παραμυθοχώρα δεν ζουν ανεύθυνοι εργολάβοι, η λεωφόρος σκέφτηκε τους φτωχούς φίλους της .Τα μονοπάτια. Θα μου πείτε , μεγάλη ευαισθησία δείχνει για κυρίαρχη λεωφόρος. Θα σας απαντήσω ότι στα παραμύθια μόνο και όχι στην πραγματική ζωή, τα κυρίαρχα όντα ενδέχεται να έχουν μικρές ή μεγάλες ευαισθησίες ανάλογα με τα κέφια και τις εμμονές  του παραμυθά τους .
        Η κυρίαρχη λεωφόρος λοιπόν, στολισμένη με όλο εκείνο τον ονειρεμένο διάκοσμο των παραμυθιών που περιλάμβανε κάθε λογής φώτα και λαμπιόνια μια και πλησίαζαν τα Χριστούγεννα, γιορτή κατεξοχήν των παραμυθιών, αισθάνθηκε ότι δεν θα στερούνταν τίποτα από την μεγαλοπρέπεια και το μεγαλείο της αν έδειχνε κάποια ευαισθησία για τα κακόμοιρα μονοπάτια που συνέχιζαν τον κακοτράχαλο και σκοτεινό τους δρόμο μακριά από τα φώτα της έτσι κι αλλιώς αποκλειστικά δικής της δημοσιότητας. Ίσα- ίσα που λίγη ευαισθησία σε προσεγμένες ποσότητες θα της προσέδιδε κύρος και αξία τεράστια μια και μοιραία θα συγκρινόταν η ευτυχία της με την δυστυχία των στενάχωρων μονοπατιών.
       Ενώ έκανε αυτές τις σκέψεις με το φαρδύ πλατύ μυαλό της παρατήρησε έναν άνθρωπο με μια καθόλου εντυπωσιακή κορμοστασιά να στρίβει περπατώντας προσεχτικά το δρομάκι δίπλα της που κατευθυνόταν κάπου, που η λεωφόρος μας δεν ήξερε, καθώς ποτέ δεν είχε λοξοδρομήσει από τον ευθύ και πλατύ της δρόμο. Που να πηγαίνει άραγε αυτός ο δυστυχής; Αναρωτήθηκε η κυρίαρχη λεωφόρος. Σε λίγο θα νυχτώσει και το μονοπάτι δεν έχει καθόλου καλό φωτισμό. Κανένας περίεργος θα ΄ναι  που γυρεύει μπελάδες… Η ηρωίδα μας συνέχισε τις σκέψεις της τινάζοντας το λίγο χιονάκι που άρχισε να πέφτει πάνω της σαν ζάχαρη άχνη στο πιο γλυκό παραμυθένιο γλύκισμα.
          Μια ώρα μετά ο ανθρωπάκος με την καθόλου εντυπωσιακή κορμοστασιά εμφανίστηκε πάλι . Αυτή τη φορά το πρόσωπό του ήταν χαμογελαστό και έδειχνε σαν να είχε περάσει πολύ όμορφα στο μυστηριώδη και σκοτεινό του δρόμο. Χωρίς να χάσει καιρό η λεωφόρος τον ρώτησε για την αιτία της χαμογελαστής του επιστροφής . Ο ανθρωπάκος απάντησε σαν να περίμενε την ερώτηση από το μεγαλειώδη και καταστόλιστο δρόμο.
-Στο τέλος του μονοπατιού σε ένα ξύλινο μικρό σπίτι με ωραία βεράντα μένει ένας φίλος μου. Από κει αγναντεύουμε το πιο ωραίο ηλιοβασίλεμα των παραμυθιών..  
-Και γι αυτό είσαι τόσο ευχαριστημένος; Ρώτησε έκπληκτη η λεωφόρος
- Όχι μόνο γι αυτό..Απάντησε ο άνθρωπός μας ..Στο σπιτάκι αυτό μαζεύονται κι άλλοι φίλοι μας και μοιραζόμαστε με τις κουβέντες μας τη λύπη μας και τη χαρά μας..Ξέρεις, ο φίλος μου δεν περπατάει μετά από ένα ατύχημα..Όμως οι κουβέντες μας και το ηλιοβασίλεμα ,όπως λέει, είναι τα φάρμακά του….
           Περίεργος άνθρωπος , σκέφτηκε η λεωφόρος. Χαμογελάει πολύ εύκολα και άλλο τόσο εύκολα νιώθει ευτυχής..Χαρακτηριστικό των αποτυχημένων ανθρώπων και των στενάχωρων δρόμων.. Ο άνθρωπός μας χαμογέλασε και πάλι..Είχε ακούσει τις σκέψεις του δρόμου που πάνω του περνούσε το σύμπαν των μικρών και μεγάλων παραμυθιών..Έτσι είναι όλοι οι κυρίαρχοι ,σκέφτηκε. Ανόητοι… μέχρι να καταλάβουν το μέγεθος της ανοησίας τους ζουν στο δικό τους παραμυθικό κόσμο…
                                               ΜΑΡΙΑ ΦΟΥΚΑ..     

Υ.Γ: Το αφιερώνω στους ανθρώπους των μονοπατιών ….         

Τρίτη 18 Νοεμβρίου 2014

Η ΘΥΜΩΜΕΝΗ ΕΥΧΗ.....

                                                
Μια φορά και έναν καιρό σε μια πολιτεία μακρινή και μόνη, ζούσε μια Ευχή που ήταν μονίμως θυμωμένη. Κι όταν λέω θυμωμένη, εννοώ πως σχεδόν ποτέ δεν την είχε δει κανένας να χαμογελά ή να είναι ευχαριστημένη με κάτι. Θύμωνε με τα πάντα. Με τους ανθρώπους που την ξεστόμιζαν χωρίς να πολυσκεφτούν την πιθανότητα του απραγματοποίητου ή ανέφικτου αυτής, με τους αστάθμητους παράγοντες που  την  εμπόδιζαν να αποκτήσει σάρκα και οστά, με τους άλλους που ήταν έτοιμοι να διατυμπανίσουν ένα –τα έλεγα εγώ ή  το περίμενα -κάθε φορά που κάτι την εμπόδιζε να γίνει χειροπιαστή  και τέλος θύμωνε με την πραγματικότητα που αρνούνταν να της επιτρέψει να της μοιάσει.
               Έτσι η Ευχή μας ήταν πάντα κακόκεφη και λυπημένη. Έβλεπε γύρω της  άλλες ευχές να πραγματοποιούνται αμέσως και χωρίς πολύ κόπο και ζήλευε φριχτά. Τόσο που δεν αναγνώριζε πια τον εαυτό της. Είχε γίνει τόσο δύστροπη που ακόμα και όταν πήγαινε να πραγματοποιηθεί ,η συμπεριφορά της ήταν τόσο απαράδεκτα επιθετική που η ίδια γινόταν εμπόδιο στον εαυτό της. Σιγά- σιγά έχασε την αυτοπεποίθησή της και έφτασε να πιστεύει πως  ποτέ δεν θα γινόταν πραγματικότητα. Το χειρότερο, όλοι οι φίλοι της πίστευαν το ίδιο. Δεν της το έλεγαν ευθέως βέβαια. Το καταλάβαινε όμως από τα  υπονοούμενα που πετούσαν κάθε φορά που αναφέρονταν σε κάτι ευχές που από τα γεννοφάσκια τους ήταν άτυχες.
            Μια μέρα άκουσε την ίδια την πραγματικότητα να την χλευάζει. Μια πραγματικότητα πολύ σίγουρη για τον εαυτό της και τις επιλογές της. Σημείωνε μάλιστα μεγαλόφωνα καθώς μιλούσε με τον υπεύθυνο υπουργό Ρεαλιστικών Θεμάτων. –Τι τα θέλετε αγαπητέ μου ..Υπάρχουν κάποιοι που ενώ βλέπουν μαζεμένα μαύρα σύννεφα στον ουρανό εύχονται να μην βρέξει. Μετά βέβαια την μπόρα που ξεσπά, κλαίγονται και κραυγάζουν ότι τους φταίω εγώ .Η σοφή πραγματικότητα.
              Για πρώτη φορά η Ευχή προβληματίστηκε σοβαρά με κάτι που το ξεστόμισε η πραγματικότητα. Συνήθως την  στόλιζε με όποια βρισιά της ερχόταν πρόχειρη στο νου και με περιφρόνηση την προσπερνούσε. Σήμερα όμως στάθηκε να σκεφτεί ..Μήπως τελικά είχε δίκιο και άδικα την κατηγορούσε και της απέδιδε χαρακτηρισμούς όπως σκληρή, βάναυση, κακή , αδίστακτη …..Εκείνη τη στιγμή άκουσε δεκάδες παιδικές φωνές να  τιτιβίζουν χαρούμενα .Γύρισε το κεφάλι της και τι να δει. Ένα σχολείο ολόκληρο  πιασμένο χέρι -χέρι πήγαινε εκδρομή. Οι πιτσιρικάδες κατακόκκινοι συνομιλούσαν με ορμή.- Ευτυχώς που τους πείσαμε ότι δεν θα βρέξει σήμερα.- Κι είχε κάτι σύννεφα στον ουρανό .-.Προσπαθήσαμε όμως όλοι μαζί …-Το θέλαμε τόσο πολύ να πάμε…- Άλλωστε και να βρέξει έχουμε τόσες εναλλακτικές επιλογές…- Μαγαζιά ,στεγασμένοι χώροι με παιχνίδια…
             Η Ευχή  κονταροχτυπήθηκε με την πραγματικότητα.- Μην περηφανεύεσαι..Της είπε.- Άκουσες τα μικρά παιδιά; Είπαν κάτι πολύ σπουδαίο. Προσπαθήσαμε όλοι μαζί και τους πείσαμε… Το θέλαμε πολύ..Βρήκαμε εναλλακτικές επιλογές..Άλλαξαν την πραγματικότητα της βροχής και του σύννεφου. Δημιούργησαν μια δική τους. Ευχήθηκαν κάτι και το έκαναν πράξη όλα μαζί..Εκδρομή κόντρα στα σύννεφα και στην πιθανότητα της βροχής..Η πραγματικότητα  δεν μίλησε . Άλλωστε ήξερε πολύ καλά πως πάνω σε κάτι τέτοιες θυμωμένες ευχές στηρίζεται όλη η μαγεία της. Και η ανατροπή της….
                                                                                   ΜΑΡΙΑ ΦΟΥΚΑ.

                

Παρασκευή 3 Οκτωβρίου 2014

Η ΦΟΒΟΥΠΟΛΗ ΚΑΙ Ο ΕΥΤΥΧΙΟΣ ΑΤΡΟΜΗΤΟΣ.......

        Μια φορά και έναν καιρό σε μια πολιτεία που την έλεγαν Φοβούπολη ζούσε ένα άνθρωπος που τον έλεγαν Ευτύχιο Ατρόμητο. Όπως καταλαβαίνετε σ΄αυτή την πολιτεία που εθνικό σπορ ήταν ο φόβος και εθνική παροιμία, το φοβάται ο Γιάννης το θεριό και το θεριό το Γιάννη, ο Κύριος Ατρόμητος ήταν σαν την μύγα μες το γάλα μόνο και μόνο από το όνομά του. Και το Ευτύχιος και το Ατρόμητος δεν άρεσαν καθόλου γιατί παρέπεμπαν σε κάτι άλλο που και να το αναφέρουμε θα ήταν ατόπημα μεγάλο.
       Στην πολιτεία αυτή λοιπόν, οι άνθρωποι από τη μέρα που γεννιούνταν, με ειδικές δράσεις από εξειδικευμένους επιστήμονες, εθίζονταν στο φόβο ως τη μόνη φυσιολογική αντίδραση ενός υγιούς οργανισμού στα πάντα. Και αυτό γιατί κυρίαρχη θεωρία ήταν ότι μόνο όταν φοβάται ο άνθρωπος αποδίδει περισσότερο ,γίνεται δηλαδή πιο παραγωγικός και χρήσιμος στην κοινωνία .Η αδρεναλίνη που εκτοξεύει ο φόβος συντελεί στην όλο και πιο αποτελεσματική  ενεργοποίηση όλων των δυνάμεων αυτοσυντήρησης του ανθρώπου που τις επιστρατεύει για να επιβιώσει και για να προοδεύσει ακόμα και με διφορούμενης αξίας για την ποιότητά τους μεθόδους και πρακτικές. Όλοι έδειχναν ,άρχοντες και αρχόμενοι ,να έχουν πειστεί για το σωτήριο έργο του φόβου.
          Ο Ευτύχης Ατρόμητος λοιπόν ,ένοιωθε πολύ άβολα όταν χρειαζόταν για κάποιο λόγο να πει το όνομά του. Στην πολιτεία του φόβου,φοβόταν να πει το όνομά του. Στο σχολείο, στο πανεπιστήμιο, στη δουλειά του,στις δημόσιες υπηρεσίες, όλοι τον κοιτούσαν με φρίκη. Το όνομά του δίπλα σε ονόματα όπως Τρομαγμένος, Τρεμουλιάρης, Φοβιτσιάρης, Δειλός, Λαγός, Αρχιφοβιτσιάρης και άλλα του φόβου παράγωγα ,ακουγόταν πολύ επαναστατικό, ανήθικο ,σχεδόν αναρχικό. Ο Ατρόμητος τότε για να ισορροπήσει λίγο την κατάσταση  προσποιούνταν πολύ φιλότιμα ότι φοβάται, τρεμουλιάζοντας τα χείλη του, κυρτώνοντας τους ώμους του και σκύβοντας το κεφάλι δουλικά, εκδηλώσεις που είναι πολύ δημοφιλείς στους απανταχού στο κόσμο φοβισμένους ανθρώπους αλλά και σε αυτούς που δουλειά τους είναι  να προκαλούν το φόβο στους άλλους.
            Θα αναρωτιέστε βέβαια πως απόκτησε σε αυτή την πολιτεία που όλοι φοβούνταν ακόμα και τον ίσκιο τους και ήταν γι΄αυτό διπλά περήφανοι , αυτό το τόσο …..ανατρεπτικό όνομα. Σαν απάντηση θα σας πω ότι σε όλες τις πολιτείες του κόσμου υπάρχουν άνθρωποι που σκέπτονται διαφορετικά από τους υπόλοιπους ανθρώπους  για λόγους που δεν είναι δουλειά αυτού του παραμυθιού να εξηγήσω. Πάντως  οι γονείς του και  οι δάσκαλοί του, είχαν παίξει οπωσδήποτε σημαντικό ρόλο.
          Ο Ευτύχης Ατρόμητος λοιπόν αποφάσισε να αλλάξει το όνομά του. Έπρεπε να γίνει επιτέλους ένας αξιοπρεπής φοβισμένος άνθρωπος με βούλα και σφραγίδα .Έτσι θα ζούσε φοβισμένα με ασφάλεια και  αποδοχή, στην Πολιτεία που είχε σημαία της το φόβο. Στην πολιτεία όπου όλοι αποτελούσαν μια αλυσίδα φόβου. Φοβόταν δηλαδή και έτρεμε ο ένας τον άλλο. Οι ανώτεροι τους ανωτέρους τους και οι κατώτεροι τους δικούς τους ανώτερους και πάει λέγοντας .Και όλοι μαζί φοβούνταν τις κατσαρίδες ,το σεισμό, το θάνατο και χιλιάδες άλλα πράγματα που δεν έχω το χρόνο και το χώρο να τα περιγράψω. Μια και δυο λοιπόν πήγε στην αρμόδια υπηρεσία που τρομοκρατημένοι υπάλληλοι έκαναν με ευσυνείδητο φόβο τη δουλειά τους και σε λίγο , πήρε την καινούργια του ταυτότητα. Δυστύχιος Τρομοκρατημένος. ‘Ήταν ευτυχής.
              Την άλλη μέρα, στο κλιμάκιο εκφοβισμού για πιο παραγωγική χαμηλά αμειβόμενη εργασία που επισκέφτηκε τη δουλειά του, συστήθηκε με καμάρι. Δυστύχιος Τρομοκρατημένος. Όλοι τον κοίταξαν με φοβισμένη κατάπληξη. Επιδεικτικά αυτός για να γίνει ακόμα πιο φοβισμένος άρχισε να τρέμει, να ιδρώνει και να χλομιάζει. Ο διευθυντής του κλιμακίου εκφοβισμού φορώντας μια εντυπωσιακή μαύρη στολή που προξενούσε αμέσως φόβο, ήταν περήφανος για το κατόρθωμά του. Το νόμιζε, βλέπετε, δικό του κατόρθωμα.  Δεν ήξερε ότι  υπεύθυνος για το φόβο του είναι πάντα εκείνος που φοβάται. Που επέτρεψε δηλαδή στον εαυτό του να γίνει όχημα φόβου.
              Το ίδιο βράδυ είδε ένα όνειρο. Είδε λέει το δάσκαλό του να κάθεται στην όχθη ενός ποταμού και να ρίχνει πέτρες στο νερό που ακολουθούσε το δρόμο του. Τον χαιρέτησε. Τον ρώτησε τι κάνει. Ο δάσκαλος απάντησε. Είσαι ο Ευτύχιος Ατρόμητος, έτσι δεν είναι; Όχι δάσκαλε. Είμαι ο Δυστύχιος Τρομοκρατημένος. Άλλαξα το όνομά μου. Έπρεπε να γίνω υπεύθυνος άνθρωπος . Να μάθω να φοβάμαι. Ο δάσκαλος αμέσως του αντιγύρισε. Βλέπεις ετούτο το ποτάμι;  Του ρίχνω πέτρες για να το τρομάξω. Να δηλώσω, με το φόβο του, παρών. Όμως αυτό έχει πλούσιο νερό και  ένα σκοπό .Να ρέει με ευθύνη για τη γη που ποτίζει. Για τις ζωές που έχει μέσα του. Και χωρίς φόβο να κυλάει στους αιώνες. Ποτάμι και ο άνθρωπος . Με ορμή και δύναμη. Έχει ευθύνη για το περιβάλλον που ζει και για τις ζωές που τρέφει. Χωρίς φόβο να υπάρχει και να συνυπάρχει..Άνθρωπος και ποτάμι. Δυο δυνάμεις .Που δεν καταδέχονται το φόβο.
               Ξύπνησε ιδρωμένος. Ο δάσκαλός του… .Έσκισε την καινούργια του ταυτότητα. Στη δουλειά του το ίδιο πρωί, στο γενικό προσκλητήριο , φώναξε το όνομά του. Ευτύχιος Ατρόμητος.
                                           ΜΑΡΙΑ ΦΟΥΚΑ.
             

                

Κυριακή 21 Σεπτεμβρίου 2014

ΤΟ ΤΕΡΑΣΤΙΟ ΚΥΜΑ....

     Ζούσε κάποτε στη χώρα των παραμυθιών ένα τεράστιο κύμα. Πάντοτε επιβλητικό και μεγαλόπρεπο δεν καταδεχόταν τα ρηχά. Σπίτι του ο ωκεανός. Στα πιο βαθιά νερά του καθρεφτιζότανε κάθε πρωί, καμαρώνοντας τους κάτασπρους αφρούς του. Δίπλα του επέτρεπε να βυθίζονται  τα πιο μεγάλα κήτη. Ένιωθε ωραία μόνο με κείνα που μπορούσε να αναμετρηθεί και να νικήσει. Πραγματικά τεράστιο μπορούσε να ξεπεράσει στους θυμούς του τρία γιγαντόσωμα πλοία το ένα πάνω στο άλλο. Και στον εαυτό του ακόμα προκαλούσε ίλιγγο.
     Όπως καταλαβαίνετε έλυνε όλα του τα προβλήματα με την αξία του. Όλοι στον ωκεανό, άνεμοι, ψάρια, ναυάγια, καράβια , φουρτούνες  το σέβονταν και το εκτιμούσαν βαθύτατα. Δεν το πλησίαζαν ποτέ παρά μόνο όταν ήταν άκρως απαραίτητο. Μα στον ωκεανό που τις πιο πολλές φορές ήταν αγριεμένος και κατασκότεινος δεν είναι εύκολο να πιάσεις φίλους για βόλτες και τέτοια. Αυτά τα πράγματα θέλουνε φεγγαράδες και θάλασσα λάδι, κιθάρες και κολύμπι στα ρηχά, φωτιές στην άμμο και έρωτες .Έτσι το τεράστιο κύμα μας δεν είχε φίλους. Ήταν το μόνο του πρόβλημα.
       Κάποτε φιλοσόφησε τα πράγματα. Αποφάσισε να καταλάβει την άλλη όψη των πραγμάτων. Να κατανοήσει την ανάγκη  για επικοινωνία όλων των όντων . Σε γη, ουρανό και θάλασσα. Χαμήλωσε τους αφρούς του, μαλάκωσε τη θυμωμένη καταιγίδα που το συντρόφευε πάντα και αστειεύτηκε για πρώτη φορά με τον εαυτό του. Για τόσο τεράστιο κύμα, σκέφτηκε, έχω το χιούμορ κουτσομούρας. Δεν ανέχομαι γαρίδα στο σπαθί μου. Μήπως να χαλαρώσω λίγο, να μοιραστώ σε μακρινά ταξίδια και επιτέλους να γνωρίσω τη στεριά; Αναρωτιόταν ρητορικά το τεράστιο κύμα. Απάντησε μονάχο του.
        Ήταν σούρουπο όταν έφτασε μικρό- μικρό στην αμμουδιά . Ισορρόπησε στις πέτρες που δεν το φοβήθηκαν. Του ψιθύρισαν λόγια που δεν είχε ξανακούσει. Το φεγγάρι λαμπερό και κάτασπρο σαν βασιλιάς των φάρων φώτιζε τα καράβια που ερωτευμένα με τη θάλασσα πάντα θα απατούνε την στεριά. Ή το ανάποδο; Το τεράστιο κύμα , μικρό- μικρό τώρα οικειοθελώς και επίτηδες ξάπλωσε στη στεριά. Έμεινε εκεί όλο το βράδυ. Ξεκουράστηκε από το μεγαλείο του. Χαζό μεγαλείο. Ήταν ευτυχισμένο….
                                                       ΜΑΡΙΑ ΦΟΥΚΑ
Υ.Γ: Το αφιερώνω σε όλους τους φιλικούς ανθρώπους……

     

Παρασκευή 12 Σεπτεμβρίου 2014

Ο ΑΝΘΡΩΠΟΣ ΠΟΥ ΑΓΑΠΟΥΣΕ ΤΑ ΤΡΕΝΑ....

                    
       Μια φορά κι ένα καιρό σε μια πολιτεία πολύβουη και πολυάνθρωπη ζούσε ένας άνθρωπος που αγαπούσε τα τρένα. Για αυτό το λόγο κι ενώ όλοι απέφευγαν την περιοχή γύρω από το σιδηροδρομικό σταθμό για μόνιμη κατοικία τους, μη αντέχοντας τη βουή των αλλεπάλληλων συρμών, αυτός διάλεξε ένα χαμηλό σπιτάκι ακριβώς δίπλα από την είσοδο του σταθμού. Ήταν ευτυχής χωρίς να έχει ταξιδέψει ποτέ του. Του αρκούσε να τα βλέπει να μπαίνουν και να βγαίνουν μεγαλόπρεπα στο σταθμό, αργόσυρτα στην αρχή, ορμητικά  στη συνέχεια ,ατσάλινα βέλη στη φαρέτρα των ανθρώπων.
        Όταν δεν τα΄ βλεπε, τις ώρες της εξαιρετικά βαρετής δουλειάς του να σφραγίζει άχρηστα έγγραφα σε ένα γραφείο μεσιτικό, τα ονειρευόταν. Ο μόνος λόγος που άντεχε αυτή την δουλειά ήταν γιατί έβαζε χρήματα  στην άκρη για να ανέβει κάποτε σε ένα από τα τρένα και να φύγει .Για που δεν τον ένοιαζε. Έτσι κι αλλιώς μόνος του ήταν. Δεν είχε δυστυχώς να δώσει λογαριασμό σε κανέναν. Προς το παρόν του έφτανε να ταξιδεύει στα όνειρά του. Να τα οδηγεί φορώντας τη στολή και το καπέλο του μηχανοδηγού χαιρετώντας δια χειραψίας τους επιβάτες που του εμπιστεύονταν τα ταξίδια τους και απολαμβάνοντας την εκτίμηση των πάντων.
             Μια Κυριακή ετοιμαζόταν για ύπνο έχοντας χορτάσει όλη τη μέρα το υπέροχο βουητό του σταθμού, των ταξιδιωτών τις  φλυαρίες και το σούρσιμο των αποσκευών που κι απ΄ αυτές αισθανόταν πιο άτυχος, όταν άκουσε  από το μικρό ραδιοφωνάκι που είχε πάντοτε ανοιχτό την αδιάφορη φωνή του εκφωνητή ειδήσεων να αναγγέλλει ότι ο σταθμός της πολιτείας του κλείνει λόγω οικονομικών περικοπών σύμφωνα με απόφαση της κυβέρνησης. Η είδηση τον συγκλόνισε. Ο άνθρωπος που αγαπούσε τα τρένα  θα έμενε χωρίς το νόημα της ζωής του. Ακόμα κι αν τον είχε χτυπήσει κεραυνός ,δεν θα έμενε τόσο κεραυνοβολημένος.
              Τη νύχτα εννοείται δεν κοιμήθηκε. Βάδισε χιλιόμετρα στη μικρή του κάμαρη πάνω κάτω σε μια προσπάθεια να διαχειριστεί την τρομερή είδηση, την αδιανόητη μέχρι χθες προοπτική να ζει χωρίς τον ταξιδιάρικο ήχο των αγαπημένων του τρένων. Το μικρό σπίτι τον έπνιγε. Η ζωή τον έπνιγε .Βγήκε να περπατήσει. Μπήκε στον έρημο σταθμό . Τα δρομολόγια πολύ αραιά  και οι ελάχιστοι νυσταγμένοι ταξιδιώτες των βραδινών συρμών  του φαίνονταν σαν μέλη χορού αρχαίας τραγωδίας σε ένα έργο με καθόλου θεατές. Αποτυχημένο και μοναχικό.
               Κάθισε δίπλα σε έναν ηλικιωμένο κύριο σε ένα παγκάκι σε μια άκρη του σταθμού. Τα  μάθατε; Ο σταθμός κλείνει. Άκουσε την ίδια του τη φωνή να λέει. Ο ηλικιωμένος γύρισε αργά το κεφάλι του και τον κοίταξε. Στο βλέμμα του είχε κάτι τόσο αξιοπρεπές και τρυφερό που σχεδόν ξέχασε τη μεγάλη του θλίψη. Σχεδόν..Δεν βαριέσαι παιδί μου , οι σταθμοί ανοίγουν και κλείνουν. Το παν είναι να έχεις κάπου να πας .   Για το πώς θα πας ,αν πολύ το επιθυμείς , θα βρεις τον τρόπο. Κι ο ηλικιωμένος άνθρωπος συνέχισε σαν τον μάντη που γνωρίζει τις φωνές και τα σημάδια. Φαίνεσαι άνθρωπος που ταξιδεύει μέσα από τα ταξίδια των άλλων. Δεν είναι καιρός να κάνεις τα δικά σου;
                Έμεινε εμβρόντητος. Τόσα χρόνια ,σκέφτηκε, κάθομαι και παρατηρώ τους άλλους να ανεβαίνουν στα τρένα. Μου αρκούσε το βουητό τους. Οι φλυαρίες των ταξιδιωτών και το σούρσιμο των αποσκευών. Κι απ΄ αυτές ακόμα ένοιωθα πιο άτυχος. Και τώρα ο σταθμός κλείνει. Όμως ο κόσμος εξακολουθεί και υπάρχει για να τον ταξιδέψω. Τρένα, αεροπλάνα, πλοία, αυτοκίνητα ..Το πάθος για το ταξίδι δεν σταματά από κανέναν σταθμό που κλείνει λόγω περικοπών της κυβέρνησης.  Ξαφνικά ένοιωσε ασφαλής. Προστατευμένος από κάποια αόρατη δύναμη. Λες κι όλα τα τρένα συμφώνησαν να τον περιμένουν να κάνει τώρα τα δικά του ταξίδια….
                                                ΜΑΡΙΑ ΦΟΥΚΑ

Υ.Γ: Το αφιερώνω σ΄αυτούς  που βλέπουν παντού μια προοπτική…….

Τρίτη 9 Σεπτεμβρίου 2014

ΤΟ ΠΑΡΑΜΥΘΙ ΜΕ ΚΑΚΟ ΤΕΛΟΣ.

         Μια φορά κι έναν καιρό ήταν ένα παραμύθι με κακό τέλος. Ήταν πολύ δυστυχισμένο γιατί κανένας δεν ήθελε να το αγοράσει κι έτσι έπληττε μόνο του στο ράφι του βιβλιοπωλείου που ήταν τους τελευταίους μήνες το σπίτι του. Μάταια το ξεσκόνιζαν . Δεν το ξεφύλλιζαν καν..Φυσικά φταίει το κακό τέλος, παραπονιόταν το  παραμύθι μας. Ας όψεται αυτός ο ιδιότροπος ο συγγραφέας του. Αν τον είχε μπροστά του… Μα απ΄ την άλλη, γιατί όλα τα παραμύθια να΄χουν καλό τέλος; Και ποιος ορίζει τι είναι το καλό; Φιλοσοφούσε το παραμύθι μας μονάχο του . Αυτό θα πει να μένεις στο ράφι , σιγομουρμούριζε γελώντας πικρά…
         Κι ήταν πράγματι πολύ κακόκεφο. Ζήλευε με όλη τη δύναμη της ψυχής του τα διπλανά του παραμύθια που γίνονταν ανάρπαστα από τα παιδιά ! Πόσο έλαμπαν τα μάτια τους όταν τα ξεφύλλιζαν! Το γελαστό καλαμάρι, το ερωτευμένο λουλούδι, η κόκκινη  πεταλούδα, το καλό ταξίδι του ανέμου, το χαλάζι που μισούσε το χειμώνα! Γέλαγαν και τα μουστάκια του βιβλιοπώλη καθώς τα τύλιγε με πολύχρωμα χαρτιά και κορδέλες , δώρα για τα παιδιά  και  έπαιρνε τα ωραία τους λεφτά που μάζευε στο συρτάρι του! Ενώ αυτό το καημένο με μισό μάτι το κοιτούσε και κούναγε απειλητικά το κεφάλι του…
            Ένα βράδυ, αφού μια βαρετή μέρα είχε τελειώσει με την ίδια απογοήτευση και πίκρα, άκουσε το αφεντικό του μαγαζιού να λέει στο τηλέφωνο..Λυπάμαι ,κύριε, το παραμύθι σας δεν πουλάει. Το πολύ σε δυο μέρες θα το βγάλω από τα ράφια μου. Το παραμύθι με το κακό τέλος έμεινε εμβρόντητο. Αυτή τη μαχαιριά δεν την περίμενε γιατί κατά βάθος πάντα πίστευε πως κάποτε θα αναγνωριζόταν η αξία του και θα κέρδιζε την αγάπη των παιδιών. Τώρα που το σκέφτομαι, για παραμύθι με κακό τέλος ήταν πολύ αισιόδοξο!
            Πρέπει να δράσω γρήγορα. Σκέφτηκε αποφασιστικά το παραμύθι με το κακό τέλος. Θα περίμενε αργά το βράδυ όταν όλα στο βιβλιοπωλείο θα κοιμούνταν. Παραμύθια, αστυνομικά βιβλία που θα μπορούσαν να καλέσουν την αστυνομία, φιλοσοφικά , ταξιδιωτικά , επιστημονικής φαντασίας και άλλα. Μα κυρίως θα περίμενε να κοιμηθούν τα διπλανά του παραμύθια. Χρειαζόταν επειγόντως το λάμδα τους. Θα το  αντικαθιστούσε στα κρυφά με το δικό του κάπα. Κι ούτε γάτα ούτε ζημιά. Το πρωί μέχρι να πάρουν είδηση την αλλαγή και τα παραμύθια και οι άνθρωποι, τα παιδιά σίγουρα θα το είχαν αγοράσει. Και τότε το όνειρό του θα γινόταν πραγματικότητα. Θα το διάβαζαν και θα το αγαπούσαν..Πόσο είχε ανάγκη αυτή την αγάπη! Γιατί πρέπει να σας πω ότι όπως και οι άνθρωποι έτσι και τα παραμύθια επιθυμούν την αγάπη.
              Έτσι και έκανε. Και να το το πρωί να καμαρώνει με τον τίτλο, το παραμύθι με το καλό τέλος. Ενώ το νυσταγμένο γελαστό κακαμάρι χαμπάρι δεν πήρε από αυτή την αλλαγή. Ήταν τόσο σίγουρο για τον εαυτό του που πίστευε ότι ήταν άτρωτο.  Ήθελε να’ βλεπε τα μούτρα του όταν θα του γύριζαν την πλάτη τα παιδιά. Πράγματι όλα εξελίχτηκαν όπως τα είχε φανταστεί.  Επιτέλους το αγόρασαν.. Του φάνηκε σαν θαύμα το ταξίδι μέσα στο πολύχρωμο χαρτί με την κόκκινη κορδέλα. Πόσο ξαφνιάστηκε το αφεντικό του μαγαζιού όταν το διάλεξαν! Ευτυχώς η παρατηρητικότητα δεν ήταν το μεγαλύτερο προτέρημά του.
                 Όμως πολύ γρήγορα το παραμύθι μας θα έπεφτε από τα σύννεφα που είχε ανέβει απ΄τη χαρά του. Το κοριτσάκι  που το διάβαζε άρχισε να κλαίει και κατακόκκινο από θυμό τσίριξε. Δεν το θέλω αυτό το παραμύθι !!! Να το γυρίσουμε πίσω!! Με κορόιδεψε. Δεν έχει καλό τέλος!! Είχε έρθει η πιο δύσκολη ώρα. Τώρα θα αποδείκνυε την αξία του. Όμως  επέλεξε να μην μιλήσει καθόλου εκείνη την στιγμή.  Θα μιλούσε όταν έπρεπε! Πράγματι, έντρομη η μαμά του παιδιού άρπαξε από το ένα χέρι το παραμύθι και από το άλλο το κοριτσάκι που τώρα έκλαιγε σιωπηλά και μια και δυο φτάνουν στο βιβλιοπωλείο.
                Μας εξαπάτησαν, φώναξε με θυμό στον έκπληκτο βιβλιοπώλη. Το μαγαζί ήταν γεμάτο παιδιά και γονείς . Και σαν να μην έφτανε τόση δυσφήμιση, ακούστηκε μια πιο δυνατή φωνή. Αυτός μου έκλεψε το λάμδα μου!! Ήταν το γελαστό κακαμάρι  που τώρα δεν ήταν καθόλου γελαστό. Είχε έρθει η ώρα να μιλήσει το παραμύθι με το κακό τέλος. Μπροστά σε όλους έπρεπε να υπερασπιστεί τον εαυτό του. Αναγκάστηκα να το κάνω. Εσείς με αναγκάσατε. Βροντοφώναξε στους εμβρόντητους γονείς και παιδιά που δεν πίστευαν στα αυτιά τους. Αλλιώς έπρεπε να παραδεχτώ την ήττα και να παραμείνω στα αζήτητα. Παραδέχομαι ότι  είπα ψέματα. Δεν έχω καλό τέλος . Τουλάχιστον το τέλος που εσείς θεωρείτε καλό. Και γιατί παρακαλώ να πρέπει όλοι να παντρεύονται στο τέλος; Η πεντάμορφη γιατί πρέπει να παντρευτεί το τέρας και εκείνο να μην εξακολουθήσει να είναι τέρας; Μόνο οι όμορφοι έχουν αξία σ΄αυτόν τον κόσμο; Οι υπόλοιποι δεν έχουνε ψυχή; Και γιατί η κοκκινοσκουφίτσα να μην τιμωρηθεί που έκανε του κεφαλιού της και πήγε μέσα από το δάσος; Πάντα θα την πληρώνει ο κακός ο λύκος; Φταίει αυτός δηλαδή που δεν είναι χορτοφάγος; Κι  ο πρίγκιπας γιατί να παντρευτεί την Σταχτοπούτα και  όχι μια από τις κακές αδελφές; Η αγάπη δεν αλλάζει τους ανθρώπους;  
              Θα μίλαγε μέχρι αύριο αν μια θύελλα από χειροκροτήματα δεν διέκοπταν τα λόγια του. Και πρώτο- πρώτο το καλαμάρι που ήταν σαν καινούργιο με το λάμδα του. Ο βιβλιοπώλης μετά την τροπή που πήρανε τα πράγματα ξαναβρήκε το χρώμα του και αμέσως παρήγγειλε κι άλλα αντίτυπα του παραμυθιού με το κακό τέλος. Έτσι τα παιδιά αλλά και οι γονείς κατάλαβαν ότι με κακό ή καλό τέλος πρέπει να υπερασπιζόμαστε το παραμύθι μας. Είναι το δικό μας παραμύθι !!!

                                     ΜΑΡΙΑ ΦΟΥΚΑ

Πέμπτη 4 Σεπτεμβρίου 2014

Ο ΑΝΘΡΩΠΟΣ ΠΟΥ ΟΝΕΙΡΕΥΤΗΚΕ ΤΗΝ ΘΑΛΑΣΣΑ ΧΩΡΙΣ ΝΑ ΤΗΝ ΕΧΕΙ ΔΕΙ ΠΟΤΕ ΤΟΥ......

          

            Μια φορά και έναν καιρό σε μια πολιτεία μακρινή ανάμεσα σε δυο βουνά ζούσε ένας Άνθρωπος  . Δεν ήξεραν τι θα πει θάλασσα σ΄αυτή την πολιτεία.. Έτσι τα παιδιά είχαν γλιτώσει απορριπτικές φράσεις του τύπου τα κανες θάλασσα ενώ το βουνό με βουνό δε σμίγει είχε την τιμητική του. Επιπλέον τραγούδια όπως τη θάλασσα τη γαλανή θα τη νε χαλικώσω δεν ακούγονταν . Αντίθετα καλότυχα είναι τα βουνά ήταν κάτι σαν εθνικός ύμνος αυτής της πόλης..Ο άνθρωπος αυτός λοιπόν  του οποίου δεν γνωρίζω το όνομα – τόσο μυστικοπαθής και εσωστρεφής ήταν που κανένας δεν είχε ακούσει το όνομά του γιατί κανένας δεν τον είχε φωνάξει ποτέ μ΄αυτό- ήταν ο μόνος που έτυχε να έχει γνωρίσει τη θάλασσα σε ένα από τα όνειρά του. Μη φανταστείτε ότι είχε ταξιδέψει ποτέ . Όχι. Απλώς μερικοί άνθρωποι, όπως αυτός , είχαν την τύχη ή την ατυχία να μπορούν να βλέπουν στα όνειρά τους πράγματα που στον ξύπνιο τους δεν τα ΄χαν ποτέ τους συναντήσει…
            Ένα πρωί ο Άνθρωπός μας ξύπνησε στην κυριολεξία βρεγμένος. Φυσικά και δεν ήταν κάποιο ατύχημα.. Με αλμυρό νερό βρεγμένος, με μαγιό , βατραχοπέδιλα και μάσκα θαλάσσης… Εννοείται ότι ποτέ του δεν είχε αγοράσει τέτοια περίεργα πράγματα!  Άλλωστε στην πόλη εκείνη κανένα μαγαζί δεν πούλαγε παρά μόνο αυτά που οι άνθρωποι ονειρεύονταν σε όνειρα φυσιολογικά ,όπως σακίδια, ορειβατικά σκοινιά, σκηνές υπαίθρου, παγούρια , μπότες κατάλληλες για περπάτημα και άλλα … Το πράγμα έχει παραγίνει, σκέφτηκε.. Πρέπει να με δει κάποιος ψυχίατρος. Πρέπει να μάθω να ονειρεύομαι σαν όλους τους ανθρώπους.. Μακάρι να είχα ένα φίλο να το συζητήσω μαζί του ..Μα βλέπεις με τις παραξενιές μου κανένας δεν με κάνει παρέα…
                Πράγματι ο Άνθρωπός μας δεν είχε μόνο αυτή την παραξενιά των ονείρων..Έκανε πράγματα που κάθε συνετός άνθρωπος αυτής της πολιτείας έπρεπε να απορρίπτει μετά βδελυγμίας. Μίλαγε σε βαγόνια τρένων που είχαν την ένδειξη στα αγγλικά <<silence wagon>>, έκλαιγε στους γάμους- που έβλεπε στην τηλεόραση γιατί δεν τον καλούσαν ποτέ- νήστευε στις γιορτές και έτρωγε στις νηστείες, θαύμαζε τους κουτούς, μισούσε την λιακάδα- γιατί του θύμιζε ότι δεν είχε κανέναν να πάει μια βόλτα- αγαπούσε τη βροχή και το χειμώνα…. κι άλλα τέτοια αντιδραστικά πράγματα που έκαναν τους συνανθρώπους του να τον κοιτούν με μισό μάτι και να του μιλάνε με μισή καρδιά και μισό στόμα…
         Ο Άνθρωπός μας λοιπόν αποφάσισε να απευθυνθεί σε έναν ειδικό ψυχίατρο με ειδικότητα στην Διαχείριση και Διόρθωση Μη Φυσιολογικών Ονείρων..Πήρε τηλέφωνο, έκλεισε ραντεβού και μια βροχερή Τετάρτη απόγευμα να τος και περίμενε έξω από το γραφείο του Δόκτορα Διορθωτή Ονείρων. Δίπλα του καθόταν ένας Άνθρωπος που είχε πολύ άγχος. Τόσο άγχος που ο άνθρωπός μας ξέχασε για μια στιγμή το δικό του πρόβλημα και επιστρατεύοντας όλες του τις δυνάμεις, όπως έκανε πάντα, όταν έπρεπε να απευθυνθεί στους ανθρώπους, ρώτησε:
- Συγγνώμη για την αδιακρισία μου, Κύριε ,αλλά εσείς ποιο πρόβλημα έχετε;
-Που να σας τα λέω , Κύριέ μου ,απάντησε αμέσως  ο διπλανός του. Ονειρεύομαι  ότι ζω στο φεγγάρι και το χειρότερο ξυπνώ και φοράω την στολή των αστροναυτών που όπως ενημερώθηκα από το GOOGLE ονομάζονται οι επιστήμονες που εξερευνούν τους πλανήτες και τα αστέρια, τα οποία φυσικά δεν γνωρίζω τι ακριβώς είναι και ποια η χρησιμότητά τους, αν έχουν  κάποια…
           Η κουβέντα συνεχίστηκε μέχρι που η πόρτα του Δόκτορα Διορθωτή Ονείρων άνοιξε και μια φωνή απότομη ακούστηκε από το βάθος .Να περάσει ο επόμενος ασθενής παρακαλώ… Ο Άνθρωπός μας σηκώθηκε και  μπήκε στο γραφείο του γιατρού. Ο  γιατρός, ένας άνθρωπος ευχάριστα στρογγυλοποιημένος με μυτερά μάτια και μικρά αυτιά ή το ανάποδο, του πρόσφερε να καθίσει.  Κάθισε . Τον ρώτησε τι του συμβαίνει. Είπε…. Τέλος ο γιατρός αφού σκέφτηκε για πολύ λίγο ένας θεός ξέρει τι, τράβηξε ένα χαρτί από το μαύρο ντοσιέ που ήταν τακτοποιημένο πλάι του και άρχισε να γράφει την πρώτη ιατρική συνταγή  για την μακροχρόνια θεραπεία του:
1.       Να διαγράψει από το λεξιλόγιό του  λέξεις που αρχίζουν από Θ, όπως … θέλω, θνητός , θεός, θάρρος, θησαυρός, θάλασσα……..
2.       Να αποφεύγει το αλάτι και γενικά τα αλμυρά φαγητά και ειδικά τις… γαργάρες με αλατόνερο ακόμα κι όταν είχε κρυολόγημα. Κι όταν λέμε να τις αποφεύγει εννοούμε δια ροπάλου . Ακόμα και φράσεις όπως το έκανε γαργάρα ήταν εξοβελιστέες.
3.       Να  μην αναφέρεται ποτέ σε οτιδήποτε είναι μπλε, βαθύ και νερουλό… .Σε οτιδήποτε επιπλέει, αποπλέει, παραπλέει, διαπλέει, εκπλέει, εισπλέει και πάει λέγοντας..Αντίθετα μόνο για λόγους παιδαγωγικά εκφοβιστικούς να προτιμά λέξεις όπως..βουλιάζει, πνίγεται, καταποντίζεται…
4.       Να γραφτεί σε ορειβατικές ομάδες αφού πρώτα προμηθευτεί όλη την κατάλληλη εξάρτυση όπως σκοινιά, μπότες, παγουρίνια και τρεις φορές την ημέρα μετά το φαγητό να βροντοφωνάζει τον περίπου εθνικό ύμνο της πόλης, καλότυχα είναι τα βουνά..Επιπλέον, λίγο πριν κοιμηθεί, θα πρέπει να λέει δυνατά δέκα φορές την παροιμία Αν δεν πάει ο Μωάμεθ στο βουνό πάει το βουνό στον Μωάμεθ..
              Ο γιατρός υπέγραψε και του έδωσε την συνταγή. Ο Άνθρωπός μας την πήρε και ρώτησε με αγωνία. –Θα δω βελτίωση γιατρέ μου; -Πολύ πιθανό αγαπητέ μου..Πάντως όλα εξαρτώνται από την πιστή εφαρμογή της συνταγής και  από το πόσο βαθιά ή όχι είναι η διάβρωσή σας από τα λάθος όνειρα…
               Είναι αλήθεια ότι ο άνθρωπός μας προσπάθησε πολύ να εφαρμόζει κατά γράμμα τις ιατρικές οδηγίες .Έτσι τον πρώτο μήνα κιόλας σταμάτησε να βλέπει όνειρα με τη θάλασσα. Ξύπναγε φορώντας τις πιτζάμες του και όπως όλοι οι φυσιολογικοί άνθρωποι της πολιτείας μιλούσε για βουνά, σκαρφάλωνε σε βουνά, φωτογράφιζε βουνά, ζωγράφιζε βουνά..Φυσιολογική ζωή, φυσιολογικά όνειρα…. Όμως ο άνθρωπός μας δεν ήταν ευτυχισμένος… Νοσταλγούσε τις παλιές μέρες …Άλλωστε τι νόημα είχε μια ζωή χωρίς τις λέξεις θέλω,θεός, θνητός, θάνατος, θάρρος, θησαυρός..θα …θα..θάλασσα…
                 Πρώτα- πρώτα έσκισε την συνταγή. Μετά ανέβηκε σε μια καρέκλα ,ύστερα σε ένα τραπέζι και βροντοφώναξε τις απαγορευμένες λέξεις. Τέλος έφυγε από την πολιτεία που  ήταν ανάμεσα σε δυο βουνά. Έπρεπε να γνωρίσει το όνειρό του. Τη θάλασσα. Κι αφού το κατάφερνε, θα ξαναγύριζε στον τόπο του. Γιατί, σκέφτηκε ο άνθρωπός μας, οι θνητοί θέλουν πριν τον θάνατο να΄ χουν το θάρρος να γνωρίσουν τους θησαυρούς της γης. Αυτοί είναι τα όνειρα… Το δικό του ήταν η θάλασσα…
                                                ΜΑΡΙΑ ΦΟΥΚΑ
Υ.Γ: Το κείμενο αυτό το αφιερώνω σε όλα τα παιδιά του κόσμου που κυνηγάνε τα όνειρά τους..Στους γονείς και τους δασκάλους που τα βοηθούν..και σε όλους αυτούς που πιστεύουν πως τα όνειρα δεν διορθώνονται….


Πέμπτη 8 Μαΐου 2014

Ο ΤΕΛΑΛΗΣ ΤΩΝ ΟΧΤΩ...


     Μια φορά και ένα καιρό, σε μια μικρή χώρα που δεν είχε θάλασσα ,βασίλευε ένας βασιλιάς που ήταν πολύ άδικος. Ζούσε μέσα στα πλούτη μαζί με τους υπουργούς και τους ισχυρούς φίλους του αλλά οι πολίτες ήταν πολύ φτωχοί και με το ζόρι έβγαζαν το καθημερινό ψωμί για να ζήσουν οι ίδιοι και τα παιδιά τους. Δεν είχαν φάρμακα όταν αρρώσταιναν, έπρεπε να βρουν χρήματα για να σπουδάσουν τα παιδιά τους μια και η παιδεία έπαψε να παρέχεται δωρεάν και το χειρότερο… …οι  περισσότεροι ήταν άνεργοι μια και τα εργοστάσια λόγω της κακής διοίκησης  έκλειναν και  έτσι αναγκάζονταν πολλοί να ξενιτεύονται σε χώρες που είχανε δουλειές, θάλασσα και μεγάλα καράβια χωρίς μεγάλες φουρτούνες.
    Κι έτσι η μικρή χώρα γινόταν ολοένα και πιο δυστυχισμένη. Ακόμα και τα μικρά παιδιά είχαν καταλάβει τη σοβαρότητα της κατάστασης και έπαιζαν σιωπηλά, παιχνίδια που τα περισσότερα είχαν κακό τέλος. Μιμούνταν τους μεγάλους στην απελπισία και σιγά- σιγά έπαψαν να ονειρεύονται ακόμα και τη θάλασσα που μια φορά ένας μάγος  τους είχε υποσχεθεί πως θα την έφερνε στη μικρή τους χώρα με τον όρο να μην πάψουν ποτέ να κάνουν όνειρα. Αλλά και τα ζώα επηρεασμένα από τη γενικότερη θλίψη, έπαψαν να κάνουν τις συνηθισμένες τους ασχολίες..Όλη η χώρα έμοιαζε σαν να είναι έτοιμη να πέσει σε λήθαργο ,ευελπιστώντας όλα να έχουν αλλάξει ως δια μαγείας ,όταν ξυπνήσει…
     Οι σύμβουλοι του βασιλιά λοιπόν, βλέποντας την κατάσταση πως καθόλου δεν βοηθούσε τα σχέδιά τους, αυτοί  να κάθονται και οι πολίτες να πληρώνουν φόρους ,αφού η ζωή των πολιτών πήγαινε από το κακό στο χειρότερο , αποφάσισαν να εισηγηθούν στο βασιλιά τρόπους για να αλλάξει των ανθρώπων η ψυχολογία κι έτσι να δουλεύουν όσοι είχαν βέβαια δουλειά χωρίς γκρίνιες κι όσοι δεν είχαν, να πεθαίνουν οικειοθελώς χωρίς διαμαρτυρίες. Αυτό που τελικά αποφασίστηκε ήταν να αναθέσουν σε έναν όμορφο τελάλη να πηγαίνει στην κεντρική πλατεία της πιο μεγάλης πόλης και να λέει στους πολίτες λόγια χωρίς βέβαια καμιά αλήθεια μα πασπαλισμένα με μια σκόνη που τα έκανε να μοιάζουν με αλήθεια..Στους πολίτες μεγαλειότατε, αρέσουν τα ωραία λόγια ιδιαίτερα χωρίς κανένα αντίκρισμα, φτάνει να μην το καταλαβαίνουν ,συνήθιζαν οι αυλικοί και κάθε λογής παρατρεχάμενοι να λένε  στο βασιλιά που από το πρώτο λεπτό κι όλας είχε  βαρεθεί να τους ακούει .Ακόμα κι αυτός δεν πίστευε πως οι υπήκοοί του είναι τόσο ηλίθιοι ώστε να πιστεύουν τον όμορφο τελάλη …Θα εκπλαγείτε ευχάριστα μεγαλειότατε από τη βλακεία που τους δέρνει… .τον έπεισαν οι  παμπόνηροι αυλικοί του..
      Κάθε μέρα λοιπόν ακριβώς στις οκτώ ,ο όμορφος τελάλης που πληρωνόταν καλά για να λέει με πειστικότητα τόσα μεγάλα ψέματα και χωρίς καθόλου τσίπα, έφτανε με την άμαξά του στην κεντρική πλατεία κουβαλώντας μαζί του και κάποιους άλλους που είχαν κάνει διδακτορικό  στο  να λένε ψέματα χωρίς να κοκκινίζουν και μάστερ στο να βρίσκουν τρόπους να καλύπτουν τις  βρωμιές του βασιλιά ..Έρχονταν λοιπόν όλοι μαζί και άρχιζαν να λένε τις ειδήσεις και να κάνουν πως τις σχολιάζουν ,πως τσακώνονται και πάντα βέβαια στο τέλος υπογράμμιζαν πόσο υπεράνθρωπα προσπαθεί ο βασιλιάς και οι υπουργοί του να λύσουν τα προβλήματα των πολιτών..Και παρόλο που στα παραμύθια ποτέ δεν κάνουμε μεγάλες αναλύσεις, θα κάνω μια εξαίρεση και θα πω ότι αυτά που ανελλιπώς τόνιζε ο ανερυθρίαστος τελάλης  ήταν πως όλα στην οικονομία πήγαιναν προς το καλύτερο, πέθαιναν μόνο οι τεμπέληδες ευτυχώς και οι εχθροί του βασιλιά,  η παιδεία μια και θα δινόταν στους ιδιώτες θα άνθιζε αλλά μόνο οι άριστοι μαθητές ή αυτοί που είχαν χρήματα θα προχωρούσαν στις σπουδές τους πάντα βέβαια με κακοπληρωμένους δασκάλους που αν  έφερναν αντίρρηση μπορεί και να τους έτρωγε το μαύρο φίδι, πως όσοι φώναζαν ήταν εχθροί του λαού και πως γενικά οι πολίτες  δεν θα έπρεπε να ανησυχούν αλλά αντίθετα όφειλαν να βγάλουν ρίζες στους καναπέδες τους και να περιμένουν με εμπιστοσύνη  τον καλό τους βασιλιά να λύσει όλα τους τα προβλήματα…
             Παρόλο που στα παραμύθια επίσης ποτέ δεν δίνονται διευκρινίσεις, θα κάνω όμως άλλη μια εξαίρεση και θα πω  ότι  όλα αυτά τα παραπάνω, λέγονταν με τον ίδιο μακροπερίοδο και κουραστικό λόγο που εγώ ο παραμυθάς  χρησιμοποίησα, ακριβώς για να βαριούνται οι πολίτες να τον παρακολουθούν μέχρι το τέλος. Έτσι ποτέ δεν στέκονταν στην ουσία αυτών που άκουγαν..Αυτό που  τους άρεσε  περισσότερο ήταν να χαζεύουν τα ωραία φαναράκια με φωτιές που φώτιζαν τα ρούχα του τελάλη ,που ήταν φτιαγμένα στους  καλύτερους μόδιστρους, τα πλούσια μαλλιά του που έπεφταν σε μπούκλες γύρω από το πρόσωπό του- σας είπα πως ήταν πολύ όμορφος- τις καλοντυμένες γυναίκες που έστελνε καμιά φορά ο βασιλιάς να πλαισιώσουν το σκηνικό της ενημέρωσης  και με το ωραίο τους χαμόγελο να κάνουν τους φτωχούς ανθρώπους να ξεχαστούν και να ξεχάσουν, τους ταχυδακτυλουργούς που έβγαιναν πάντα στο τέλος της παράστασης ,γιατί παράσταση ήταν με τόσα ψέματα που αραδιάζονταν ,τους κλόουν  και τους κάθε λογής πληρωμένους πωλητές ψευδαισθήσεων.
      Το ίδιο πράγμα γινόταν συνεχώς για   πολλά χρόνια στις οχτώ ακριβώς. Οι πολίτες πήγαιναν  να ακούσουν τον τελάλη στην κεντρική πλατεία ,κι ο τελάλης  πάντοτε με την ίδιο στόμφο και το ίδιο θράσος έλεγε τα καλομαγειρεμένα ψέματά του..Κάποιο βράδυ όμως, στις οκτώ ακριβώς, ενώ ό τελάλης άρχιζε να λέει το πρώτο ψέμα του ,κι όλα έδειχναν  ότι θα κυλούσαν με τον ίδιο βαρετό και πρόστυχο τρόπο όπως πάντα , ένας άνθρωπος σηκώθηκε όρθιος και ενώ οι περισσότεροι που συμπλήρωναν το σκηνικό  χασμουριούνταν από ανία, βγήκε μπροστά και με δυνατή φωνή είπε: ΛΕΣ  ΨΕΜΑΤΑ και γυρίζοντας στον κόσμο που κατάπληκτος παρακολουθούσε τη σκηνή βροντοφώναξε. ΜΗΝ  ΠΙΣΤΕΥΕΤΕ ΛΕΞΗ. ΛΕΕΙ ΨΕΜΑΤΑ. Όλοι βουβάθηκαν , ο τελάλης παρόλο το διδακτορικό του έγινε κατακόκκινος και αυτοί  που κουβαλούσε πάντοτε μαζί του να τον ενισχύουνε στα ψέματά του, στραβοκατάπιαν και κοιτάζονταν αμήχανοι… .Και  τότε συνέβη και κάτι άλλο που τους συντάραξε… Άρχισαν να σηκώνονται από τις καρέκλες τους κι άλλοι απλοί άνθρωποι και τώρα ακουγόταν από χιλιάδες στόματα αυτό που στην αρχή από το στόμα ενός ακούστηκε. ΛΕΣ ΨΕΜΑΤΑ . ΔΕΝ ΠΙΣΤΕΥΟΥΜΕ ΛΕΞΗ.
       Διαλύθηκε αμέσως η  παράσταση. Όλοι μαζί έτρεξαν να πουν στο βασιλιά τα κακά μαντάτα. Τον βρήκαν να παίρνει πόζες στον καθρέφτη του πως είναι παντοδύναμος και πως θα κυβερνάει τους ίδιους βλάκες χρόνια..Όταν άκουσε τα καθέκαστα, τρόμαξε στην αρχή. Στη συνέχεια όμως κι αφού επιστρατεύτηκαν αυτοί που είχαν πάνω από δυο διδακτορικά στην εξαπάτηση και ήξεραν να λένε ψέματα σε πέντε γλώσσες, αποφασίστηκε πως έπρεπε να χρησιμοποιήσουν συντονισμένα όλους τους παρακάτω τρόπους για να δημιουργήσουν σύγχυση στον κόσμο :Να συκοφαντήσουν τον άνθρωπο που πρώτος είπε ότι  λέει ψέματα ο τελάλης, με ποια συκοφαντία ακριβώς δεν ξέρω ,είπαν πως θα τη βρουν αργότερα αυτοί που είχαν σπουδάσει τη συκοφαντία ,να τρομάξουν κατόπιν τους ανθρώπους πως αν δεν κάτσουν ήσυχοι να ακούν τα νέα του τελάλη θα καταρρεύσει η οικονομία κι αυτοί που έχουνε να φάνε ακόμα ,στο τέλος θα πεινάσουνε κι εκείνοι και τέλος αν αυτοί οι δυο τρόποι δεν φέρουνε τα επιθυμητά αποτελέσματα, δηλαδή την υποταγή των πολιτών και την  μοιρολατρία ,αποφασίστηκε το εξής: Να μεταμφιεστούνε κάποιοι σύμβουλοι του βασιλιά και με ευχάριστα στο αυτί ονόματα όπως ,το καθαρό ποτάμι, η θρεπτική ελιά ,η ηλιόλουστη αυγή και άλλα πολλά ,να πείσουνε τους πολίτες πως κάτι διαφορετικό πρεσβεύουνε ,ότι επιθυμούνε το καλό του φτωχού κόσμου , ότι αξίζει ο λαός να τους εμπιστευτεί και πάλι και πως ο καλός ο βασιλιάς πολύ στεναχωρήθηκε που ο κόσμος του πεθαίνει από την πείνα .Να πουν επίσης ότι αποφασίστηκε να μοιραστούνε τρόφιμα στους πολύ φτωχούς φτάνει να μπορούν με μια σειρά χαρτιών να διαβεβαιώσουν τις αρμόδιες υπηρεσίες ότι έχουνε να φάνε πάνω από ένα μήνα αυστηρά, και διαθέτουν όλα εκείνα που ένας αξιοπρεπής φτωχός οφείλει να διαθέτει. Τίποτα. Διαπιστωμένο τίποτα όμως.
         Ο τελάλης ξαναπήγε λοιπόν το βράδυ στην πλατεία με όλα του τα φορέματα και αυτούς που λέγαν ψέματα σε πέντε γλώσσες..Πήραν μαζί τους και έναν θίασο από διασκεδαστές απλήρωτους βέβαια για μήνες, για να  φέρουν εις πέρας τη νέα τους αποστολή..Όμως οι άνθρωποι έλειπαν απ΄τη πλατεία. Είχαν αποφασίσει μάλιστα  να ξανακάνουν όνειρα μήπως και ξαναδούνε θάλασσα, μήπως και διώξουν την απελπισία και πάρουνε τα πράγματα στα χέρια τους αδιαφορώντας για τον τελάλη και τα ψέματά του. Να ξαναδούνε θάλασσα ;Μα όταν ξεκίνησα αυτό το παραμύθι σας μίλησα για χώρα  που δεν είχε θάλασσα. Ξέχασα να σας πω ότι στα παραμύθια όπως και στην πραγματικότητα όμως ,τα πάντα ανατρέπονται μια και την τελευταία λέξη την έχει αυτός που ή τα γράφει ή τα ζει…….

Υ.Γ: Οποιαδήποτε σύγκριση  των  χαρακτήρων του παραμυθιού με  σύγχρονους τύπους ανθρώπων  είναι κάτι παραπάνω από επιβεβλημένη….


                                                                                        ΜΑΡΙΑ ΦΟΥΚΑ