Σάββατο 4 Μαΐου 2019

ΟΙ ΦΙΛΟΙ...


ΟΙ ΦΙΛΟΙ…..

Μα που είναι αυτή η θάλασσα; Μονολογούσε η γυναίκα ανεβαίνοντας  μέρα μεσημέρι το βουνό στην άκρη του πουθενά. Τα χείλια της είχαν ξεραθεί από τη δίψα, τα πόδια της είχαν πληγωθεί από τις πέτρες και τα κάθε λογής αγκάθια που άφθονα μαρτυρούσαν την ερημιά του τοπίου. Η γυναίκα ανέβαινε ασθμαίνοντας τώρα, μιλούσε η ηλικία και τα κιλά της …και κανένα τσιγάρο στη χάση και στη φέξη έτσι για να μην ξεχνιούνται οι κακές συνήθειες που ως κακές έχουν πάντοτε μία απροσδιόριστη γλύκα όσο κίνδυνο κουβαλάνε. Στεκόμουν πίσω της. Και πιο πίσω της η θάλασσα που εναγωνίως έψαχνε. Μια απέραντη λαμπερή θάλασσα στην κατηφόρα που σε καλούσε να βουτήξεις σε μια δροσιά που όμοιά της είδαν οι Μύριοι όταν την αντίκρισαν από το πουθενά μετά από δεκάδες ημέρες περπάτημα και ταλαιπωρία. Τώρα η φωνή της γυναίκας είχε λαχανιάσει  και μετά βίας έβγαινε αλλά καυτηρίαζε την ησυχία όπως ο γιατρός την σκουριασμένη βελόνα πριν τη χρησιμοποιήσει για να βγάλει το αγκάθι από το χέρι σου που πρήστηκε γιατί έχει ξεχάσει την τσάντα με τα εργαλεία του.  Κοίταξε πίσω σου , φώναξα. Η θάλασσα είναι πίσω σου. Πρέπει να κατέβεις. Ούρλιαξα  τώρα γιατί η γυναίκα συνέχιζε να ανεβαίνει με μια μανία πρωτόγνωρη και με την ίδια επαναλαμβανόμενη ψιθυριστά σχιζοφρενική ερώτηση. Μα που είναι αυτή η θάλασσα. Πίσω σου! Σχεδόν την άγγιξα. Οι πέτρες που κλωτσούσε κατρακυλούσαν στα πόδια μου αλλά εγώ εκεί να φωνάζω πίσω σου! Κοίταξε πίσω σου! Η γυναίκα σαν υπνωτισμένη ανέβαινε .Η θάλασσα τώρα φαινόταν καλύτερα να απλώνεται στα πόδια μας μεγάλη και απαστράπτουσα στο μεσημεριανό φως. Ακολούθησα τη γυναίκα που αρνιόταν να δει τη θάλασσα παρόλο που την έψαχνε εναγωνίως. Κάποια στιγμή θα με άκουγε και έπρεπε να βρίσκομαι δίπλα της. Γιατί έτσι είναι οι φίλοι.
                                                                 ΜΑΡΙΑ ΦΟΥΚΑ

Υ.Γ: Το τραγούδι της Ελεονώρας Ζουγανέλη υπέροχο για τους φίλους που είναι πάντοτε εκεί όταν έχεις πληγωθεί να σε στηρίξουν. Οι στίχοι του με συγκίνησαν πολύ και τους αναρτώ. Δεύτερα κλειδιά λοιπόν....στους φίλους μας....


ΔΕΥΤΕΡΑ ΚΛΕΙΔΙΑ

Να ‘μαστε λοιπόν
Φίλη μου, έχω στην καρδιά μου βέλος
άντρες που εμφανίζονται και εξαφανίζονται
Μόνο εσύ μου έμεινες στο τέλος
Να ‘μαστε λοιπόν
Μόνο που είσαι εδώ νιώθω ωραία
άντρες μπαινοβγαίνουνε, τα όνειρα μας κλέβουνε
Πάλι οι δυό μας μείναμε παρέα
Πήγαινέ με σπίτι νιώθω πόνο στην καρδιά
Μέσα στην ζωή μου άλλη μία ψαλιδιά
Κοίτα απ ‘ τα μάτια μου αν έφυγε η μπογιά
Να με προσέχεις
Κράτα με είμαι χάλια με έπιασε λιποθυμιά
Δώσ' μου απ' το τσιγάρο σου μια ακόμη ρουφηξιά
Άνοιξε την τσάντα μου έχω δεύτερα κλειδιά
Εσύ να τα έχεις
Άλλη μια ήττα
Μην μου πεις στα είπα
Η αγάπη είναι φωτιά
Τι έχω πάθει κοίτα
Μην μου πεις στα είπα
Και μην χάσεις τα κλειδιά
Να ‘μαστε λοιπόν
Φίλη μου τον εαυτό μου χάνω
Δεν σου είπα ευχαριστώ, ούτε πόσο σ αγαπώ
Μόνο λέω θα πέσω να πεθάνω

Να ‘μαστε
                   Μουσική: Γιώργος Καραδήμος
Στίχοι: Sunny Μπαλτζή 

Τετάρτη 1 Μαΐου 2019

ΣΤΗΣ ΚΑΙΣΑΡΙΑΝΗΣ ΤΟΝ ΤΟΙΧΟ....




 ΜΑΟΥΣΙΚΗ : Μαντώ
ΕΡΜΗΝΕΙΑ : Πασχάλης Τερζής


Υ.Γ: 1η του Μάη του 1944. Κατακόκκινη μέρα. Από το αίμα των 200 εκτελεσμένων. Ανάμεσά τους ο Ναπολέων Σουκατζίδης. Για δες καιρό που διάλεξε …..ΜΑΗΣ….

ΔΕΝ ΞΕΧΝΑΜΕ!


                                                      
                                                                                         ΜΑΡΙΑ ΦΟΥΚΑ




Δευτέρα 29 Απριλίου 2019

ΛΑΜΠΡΟΣ ΤΟΥ Δ.ΣΟΛΩΜΟΥ








 Ἡ ἡμέρα τῆς Λαμπρῆς
ἀπόσπασμα ἀπὸ τὸ ποίημα «Λάμπρος»

Καθαρώτατον ἥλιο ἐπρομηνοῦσε
Τῆς αὐγῆς τὸ δροσᾶτο ὕστερο ἀστέρι,
Σύγνεφο, καταχνιά, δὲν ἀπερνοῦσε
Τ᾿ οὐρανοῦ σὲ κανένα ἀπὸ τὰ μέρη·
Καὶ ἀπὸ κεῖ κινημένο ἀργοφυσοῦσε
Τόσο γλυκὸ 'ς τὸ πρόσωπο τ᾿ ἀέρι,
Ποὺ λὲς καὶ λέει μέσ' ς' τῆς καρδιᾶς τὰ φύλλα·
Γλυκειὰ ἡ ζωή καὶ ὁ θάνατος μαυρίλα.

Χριστὸς ἀνέστη! Νέοι, γέροι καὶ κόραις,
Ὅλοι, μικροὶ μεγάλοι, ἑτοιμαστῆτε·
Μέσα 'ς ταῖς ἐκκλησίαις ταῖς δαφνοφόραις
Μὲ τὸ φῶς τῆς χαρᾶς συμμαζωχτῆτε·
Ἀνοίξετε ἀγκαλιαῖς εἰρηνοφόραις
Ὀμπροστὰ 'ς τοὺς Ἀγίους, καὶ φιληθῆτε·
Φιληθῆτε γλυκὰ χείλη μὲ χείλη,
Πέστε Χριστὸς ἀνέστη, ἐχθροὶ καὶ φίλοι.
Δάφναις εἰς κάθε πλάκα ἔχουν οἱ τάφοι,
Καὶ βρέφη ὡραῖα 'ς τὴν ἀγκαλιὰ οἱ μαννάδες·
Γλυκόφωνα, κυττῶντας ταῖς ζωγραφι-
σμέναις εἰκόνες, ψάλλουνε οἱ ψαλτάδες·
Λάμπει τὸ ἀσῆμι, λάμπει τὸ χρυσάφι,
Ἀπὸ τὸ φῶς ποὺ χύνουνε οἱ λαμπάδες·
Κάθε πρόσωπο λάμπει ἀπ᾿ τ᾿ ἁγιοκέρι,
Ὁποῦ κρατοῦνε οἱ Χριστιανοὶ 'ς τὸ χέρι.

Υπόθεση του  ΛΑΜΠΡΟΥ


Στον Πολυλά οφείλεται η κάποια ενοποίηση του ποιήματος, που βασίστηκε στα σχετικά σχεδιάσματα και στους στοχασμούς του Σολωμού, τα οποία βρήκε. Έτσι κατέταξε και τα αποσπάσματα. Οι στοχασμοί ήταν γραμμένοι στην ιταλική γλώσσα. Ο Πολυλάς μετέφρασε όσους τον διευκόλυναν στη συμπλήρωση των στίχων για την ανασύνθεση του ποιήματος.

Ο Λάμπρος απάτησε τη Μαρία, δεκαπέντε χρονών κόρη, τάζοντάς της να τη στεφανωθή, κ' έλαβε μ' αυτή τέσσερα τέκνα, μια θυγατέρα, και τρία αρσενικά, και τα έρρηξε στο ορφανοτροφείο. Δεκαπέντε χρόνοι είχαν περάση, κ' εζούσε η Μαρία εις το σπίτι του Λάμπρου αστεφάνωτη, και την εμάραινε η ατιμία της και, ακοίμητη μέριμνα, η άγνωστη τύχη των παιδιών της. Εις αυτό εφαίνετο αδιάφορος ο Λάμπρος, και αναίσθητος εις τον πόνο της δυστυχισμένης μητρός· και εις εκείναις ταις ημέραις, τούτος ο κακοήθης, αλλά μεγαλόψυχος άνδρας, ενωμένος με τους ´Ελληνες επολεμούσε τον Αλή Πασά, παρακινούμενος και από τα δίκαια των Ελλήνων, και από την επιθυμία να εκδικήση τον θάνατο ενός ιερομονάχου, αδελφού της Μαρίας, τον οποίο είχε κάψη ζωντανόν ο τύραννος της Ηπείρου. (Εδώθεν ο ποιητής ελάβαινε αφορμή, - είτε επεισοδικώς, είτε αλλέως, αγνοώ, - να παραστήση τον άγιο άνδρα, οπού μέσα εις το μαρτύριο έβλεπε θεία οράματα, κ' επροφήτευε την αναγέννηση της Ελλάδας.) Εις το στρατόπεδο, όπου ήταν ο Λάμπρος, κ' ενώ αυτός με τη φυσική δύναμη του λόγου του ενθουσίαζε τους συντρόφους του, παρουσιάζεται ένας νέος, Τούρκος, και τους ειδοποιεί ότι οι Τούρκοι ετοιμάζονται, εις ένα διωρισμένον καιρό και τόπο να τους στήσουν καρτέρι για να τoυς καταστρέψουν. Μετά ταύτα ο νέος δείχνει ότι κάτι άλλο έχει να φανερώση μυστικά του Λάμπρου, του οποίου μιλεί άφοβα, επειδή εκείνος τον εφύλαξε από την οργή των άλλων πολεμιστάδων όταν επαρουσιάστηκε εις το στρατόπεδο· του ξεσκεπάζεται ότι είναι κόρη, και ότι εμίσησε τους ομογενείς της αφού τους είδε να θυσιάζουν μια Χριστιανή φιλενάδα της, αγάπησε τους Χριστιανούς μόλις είδε πόσο ήσυχα εκείνη η νέα επήγαινε εις τον θάνατο, και ενθυμούμενη πόσα αυτή της έλεγε για τη δύναμη του Σταυρού, παρακαλεί τον Λάμπρο, για το καλό που τους έκαμε την ημέρα, να τη βαφτίση. Η ωραιότης της κόρης, και η ευαισθησία της, εμπνέουν του Λάμπρου σφοδρότατον έρωτα· και γλήγορα κατορθώνει να πλανέση το αδύνατο και αισθαντικό κοράσι, καθώς είχε απατήση πολλαίς άλλαις η μαγευτική χάρη του τρόπου και της ομιλίας του. Ποτέ όμως, μέσα εις καμμίαν άλλη αγκαλιά, δεν είχε αισθανθή ο Λάμπρος τόσο βαθιά να ταραχθή η συνείδησή του· και μίαν ημέρα, ενώ εκύτταζε τα χαριτωμένα κινήματα της κόρης οπού εμιλούσε, ξανοίγει εις τη δεξιά της παλάμη αιματώδη σταυρό, και εις το λαιμό της πλεξίδα, τα ίδια γνωρίσματα τα οποία είχε κάμη της θυγατρός της η Μαρία, όταν αυτός έμελλε να την αρπάξη για πάντα από την μητρικήν αγκάλη. Σέρνει ο Λάμπρος φωνή φρίκης, και η δυστυχισμένη νέα από το στόμα του πατρός της μαθαίνει την ανέκφραστη συμφορά της.
Ευρίσκεται ο Λάμπρος μόνος με τη θυγατέρα του εις μία βάρκα εις τη μέση της λίμνης· είναι φεγγάρι· αυτή καθισμένη εις τη πρύμνη, μακρυά από τον πατέρα της, μη λάχη και τον εγγίξη, και με ξέπλεκα τα μαλλιά αφημένα εις το πρόσωπό της, να φυλαχθή από το φως, όλη μαζωμένη μελετάει τη συμφορά της. Λάμνει ο Λάμπρος, και δεν την κυττάζει· έξαφνα ακούει βρόντο· γυρίζει· η κόρη ερρίχθηκε εις τη λίμνη. Θα πάη να τη γλυτώση; ή καλύτερα θα την αφήση; Ενίκησε εις τη ψυχή του το δεύτερο. Απομακρύνεται με βία, να έβγη από τη λίμνη, όπου σκεπάζει το κορμί της θυγατρός του. Εις αυτή την ίδια νυχτιά, παραμονή του Πάσχα, η Μαρία, της οποίας ήταν άγνωστα τα πάντα, έστεκε μοναχή εις το παραθύρι, περιμένοντας τον Λάμπρο, και μ' όλον ότι εκόντευε να ξημερώση η Λαμπρή, όμως αυτή ετραγουδούσε λυπητερά τραγούδια. Φθάνει εκείνος, και την ξαφνίζει με την τρομασμένην όψη του· και στενεμένος από ταις ερώτησαις της γυναικός, ζαλισμένος από τον τρόμο, της ξεμυστηρεύεται ό,τι του συνέβηκε.
Το εσπέρας της Λαμπρής η δυστυχής Μαρία δέεται με συντριβή καρδίας και με άκρα ταπείνωση ο Λάμπρος ευρισκόμενος εις την εκκλησία, όπου είχε προσφύγη να εύρη παρηγορία εις την απελπισία του, απιστεί τελοσπάντων εις τη δύναμη της μετάνοιας, και ενώ προσπαθεί να πνίξη, καθώς είχε κάμη πάντοτε, τη φωνή της συνείδησης, και να φύγη από την εκκλησία, ιδού, η Θεία Δίκη τού στέλνει από το μνήμα τα τρία αρσενικά παιδιά του, οπού τον κυνηγούν, και δεν τον αφήνουν να φύγη από το ναό του Θεού πριν του φιλήσουν στανικώς το στόμα.
Της Μαρίας επάρθη ο νους, αδύνατο να υπομείνη το βάρος τόσης συμφοράς· και εις την τρέλλα της η δύστυχη, μεταξύ εις τ' άλλα, ζητάει να στεφανωθή με τον Λάμπρο· και τούτος για να την ησυχάση διορίζει να ετοιμασθή τάχα ο γάμος.
Ο Λάμπρος απελπισμένος γκρεμίζεται από ένα βράχο, και πέφτει εκεί όπου είχε καταποντισθή η θυγατέρα του. Τέλος αυτού φθάνει και η Μαρία, τρελλή, και θαρρώντας ότι τα βάθη της λίμνης, όπου μέσα έβλεπε απαράλλακτα τον ουρανό, τα δέντρα, και την πρασινάδα, ήταν άλλος κόσμος, και ελπίζοντας να ζήση εις εκείνον ησυχώτερα, ρήχεται με χαρά εκεί μέσα και πνίγεται.

Υ.Γ: Αυτό το τόσο ελπιδοφόρο ποίημα Η ημέρα της Λαμπρής του Δ. Σολωμού αποτελεί μέρος μιας τόσο θλιβερής ιστορίας… Αν δεν την ξέρει κανείς νομίζει ότι όλα γύρω είναι αναστάσιμα και χαρούμενα. Κι όμως ..Τί να σημαίνει άραγε; Ότι η χαρά της Ανάστασης δεν είναι αυτονόητη και δεδομένη. Απαιτεί μετάνοια και επιθυμία για ζωή με δικαιοσύνη και ανθρωπιά…<<ο άδικος ποτέ χαρά δεν βλέπει, μονάχα με το δίκιο η σωτηρία>> που έλεγε και ο Ευριπίδης στην Ελένη του. Επαναλαμβάνω ...η χαρά δεν είναι αυτονόητη ούτε δεδομένη. Ανθεί  σε κήπους ήσυχης συνείδησης , στην επιείκεια και κυρίως εκεί που δεν νίπτουν τας χείρας τους εύκολα ...
                                                    ΜΑΡΙΑ ΦΟΥΚΑ


Κυριακή 28 Απριλίου 2019

ΧΡΙΣΤΟΣ ΑΝΕΣΤΗ ΑΛΗΘΩΣ!!!





Η τελετή γινόταν στη μεγάλη σάλα, μόλις μ’ είχαν ξεκρεμάσει απ’ το ηλιοβασίλεμα, με τύλιξαν μ’ ένα σεντόνι, μα οι πληγές φάνηκαν στον τοίχο, το πλήθος συνωστίζονταν στις σκάλες, ζητούσε ν’ αναστηθώ, μα εγώ έπρεπε να μείνω αγνός από θαύματα, και κρυβόμουν πίσω απ’ τα παλτά των ξένων στο διάδρομο, τρώγοντας τα φύλλα από παλιά ημερολόγια,
το ξημέρωμα ήταν ωχρό πίσω απ’ τις μπουκάλες, βγήκα στο δρόμο και γονάτισα στον πρώτο περαστικό, «γιατί το ‘κανες;» με ρωτούσε ο Θεός,<< είναι ο καιρός της βασιλείας μου, Κύριε, πώς ν’ αρνηθώ;>>και τότε ο θεός μου ‘βαλε στο χέρι αυτό το κλειδί, έτσι μπορώ τώρα ν’ ακούω ήρεμος το ανελέητο βήμα πίσω απ’ τον τοίχο, αθέατος μέσα σε όποια θεία εικόνα.

Ήμουν τόσο μονάχος, που τα σκυλιά που με γάβγισαν στο δρόμο ανέβαιναν τώρα μαζί μου στον ουρανό.


Υ.Γ: Οι ποιητές επιτρέπεται να βλέπουν την δική τους Ανάσταση. Εμείς πάλι την δική μας..Χριστός Ανέστη! Αληθώς Ανέστη! Στην καρδιά του καθενός δεν ξέρω… Μπορεί. Μονάχα αν έχει αγάπη για τον Άνθρωπο..Αν έχουμε αγάπη..
                                                  
                                                             ΜΑΡΙΑ ΦΟΥΚΑ



Πέμπτη 25 Απριλίου 2019

ΚΑΝΕΝΑΣ ΑΝΘΡΩΠΟΣ ΜΟΝΟΣ...


Εσπερινός της αγάπης (Γιάννης Βαρβέρης)

Σταθμός Πελοποννήσου
κι απομεσήμερο του Πάσχα σε παγκάκι
μόνον εσύ κι εγώ καθόμαστε, μητέρα.
Είμαστε γέροι πια κι οι δυο
κι εγώ αφού γράφω ποιήματα
πιο γέρος.
Αλλά πού πήγανε τόσοι δικοί μας;
Μέσα σε μια βδομάδα
δεν απόμεινε κανείς.

Ήταν Μεγάλη βέβαια
γεμάτη πάθη, προδοσίες, σταυρώσεις-
θέλουν πολύ για να υποκύψουν οι κοινοί θνητοί;
Έτσι ακριβώς, από τα Βάγια μέχρι σήμερα
θα ‘πρεπε κάπως να ‘χαμε κι εμείς χωρέσει.
Όμως το Πάσχα τέλειωσε, μητέρα.
Κι εμείς τι θ’ απογίνουμε
σ’ ένα παγκάκι
αθάνατοι
καθώς νυχτώνει;

Γιάννης Βαρβέρης, από την ποιητική συλλογή «Ο άνθρωπος μόνος» (εκδ. Κέδρος)

Υ.Γ: Αυτό το Πάσχα  κανένας άνθρωπος μόνος! Καλή Ανάσταση σε όλους τους φίλους μου…..

                                               ΜΑΡΙΑ ΦΟΥΚΑ

Κυριακή 21 Απριλίου 2019

ΚΑΛΗ ΜΕΓΑΛΗ ΕΒΔΟΜΑΔΑ!




Υ.Γ1: Τραγούδι από το δίσκο Η ΜΑΡΙΑ ΦΑΡΑΝΤΟΥΡΗ ΤΡΑΓΟΥΔΑΕΙ ΛΙΒΑΝΕΛΙ σε στίχους Λευτέρη Παπαδόπουλου.
Μες το κοιμητήρι, αχ πικρή βροχή κάνε να μη σβήσει τούτο το κερί Κι ούτε ένα λουλούδι να μη μαραθεί Δεν τον σκοτώσαν, έχει κοιμηθεί Και ‘συ αγέρα, πάψε πια να κλαίς Δεν έχει φύγει ψέματα μου λες Μην κοιτάς το στήθος που ‘χει ματωθεί Δεν τον σκοτώσαν, έχει κοιμηθεί Ζεστό σαν το ψωμί, καθάριο σαν νερό ένα παλικάρι είκοσι χρονών Ούτε που τ’ αφήσαν να απολογηθεί Δεν τον σκοτώσαν, έχει κοιμηθεί Μαύρο κοιμητήρι, πως και να γενείς κάμπος της ελπίδας και της προσμονής Ο αρχάγγελος μου, έχει πια χαθεί Μου τον σκοτώσαν, δεν θα ξαναρθεί

Υ.Γ2: ΤΟΝ ΣΚΟΤΩΣΑΝ ΜΑ ΘΑ ΑΝΑΣΤΗΘΕΙ!! ΚΑΛΗ ΜΕΓΑΛΗ ΕΒΔΟΜΑΔΑ ΣΕ ΟΛΟΥΣ ΤΟΥΣ ΦΙΛΟΥΣ ΜΟΥ ΚΑΙ ΚΑΛΗ ΑΝΑΣΤΑΣΗ!!
ΜΑΡΙΑ ΦΟΥΚΑ


Κυριακή 14 Απριλίου 2019

ΣΑΝ ΧΘΕΣ....






Υ.Γ: Γεννημένη σαν χθες, 13 Απρίλη.  Ανοιξιάτικη αύρα.  Αερικό.  Μελαγχολία πασχαλινή . Με σίγμα ραδιοφωνικό . Επικίνδυνα  αέρινη και τραγική και γήινη και αστεία..Θεά που πέθανε Όμως… Επιμένω να θυμάμαι…
                                                          ΜΑΡΙΑ ΦΟΥΚΑ




Η ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ