Δευτέρα 15 Σεπτεμβρίου 2014

ΤΡΟΠΟΣ ΖΩΗΣ...

Χαιρόταν το ρυθμό της γης. Δεν δυσανασχετούσε με τους λάθος ήχους. Τόσο απλός να πολεμά τα σύνθετα  περίπλοκα  σημάδια. Φεγγάρια λόγια στρογγυλά και λαμπερά μιλούσε. Χωρίς την πάχνη του χειμώνα . Μόνο η λύπη του γινόταν γκρίζο σύννεφο. Έβρεχε ένα ψιλόβροχο όλο παράπονο στα αυτιά μου.  Είναι για αυτό που το φθινόπωρο τον φέρνει πίσω. Ταιριάζει με τα χρώματα και τις σιωπές .Απομακρύνεται από τη χαρά της θάλασσας και τα λιμάνια. Παίρνει αεροπλάνα πλοία τρένα. Ακροβατεί σε διαδρομές που ιδρώνει να τις περπατήσει. Πασχίζει να σταθεί. Φρουροί του ένα σύμπαν άστρα. Μεσολαβεί για να χαρίσουνε τα χρόνια αυγές και φεγγαρολουσμένες νύχτες. Δεν είναι αχάριστος. Ευγνωμονεί το όνειρο που τον συντρέχει. Το ονειρεύεται με πάθος. Κι όταν ξυπνά το προσκυνά για αλήθεια.

                                               ΜΑΡΙΑ ΦΟΥΚΑ

ΑΝΥΠΟΧΩΡΗΤΟΣ...

Διάφανος ήτανε σαν το γυαλί.
Ισορροπούσε σε συμπτώσεις.
Στου ξυραφιού την κόψη πάντα.
Ακροβατούσε. Μάντευε.
Ξεγέλαγε τον κίνδυνο. Δινόταν
Σε μαγικές στιγμές και πόθους.
Είχε έναν τρόπο να πενθεί
Να νοιάζεται. Να επιμένει.
Να δύναται τα πάντα.
Επιζητούσε λάμψεις γέλιου
Εκβίαζε χαρές .Ερμήνευε
Σημάδια. Κώδικες μυστικούς.
Αλήτευε σε ακρογιαλιές .
Φωτιές που ανάβουν οι τσιγγάνοι
Νοσταλγούσε .Ανέμιζε  το φόβο
Του τη νύχτα. Ανυποχώρητος
Να αφήσει ό,τι αγαπούσε.

                                     ΜΑΡΙΑ ΦΟΥΚΑ

Παρασκευή 12 Σεπτεμβρίου 2014

ΤΟ ΒΛΕΜΜΑ..

Δεν έβρεχε δεν πότιζε παντού
Το βλέμμα.
Ήταν θολό χωρίς ιριδισμούς.
Δεν ανυπομονούσε νεύματα
Και λόγια.
Παρά σιωπές πληγές.
Έστελνε μακριά τα κύματα
Και τα σημάδια.
Ακροβατούσε σε θυμούς
Και λάμψεις.
Κρότου σιγές και αστροπελέκια
Στο  οπτικό  πεδίο του.
Ποτέ δεν αδρανούσε.
Έδειχνε αδρανές.
Περιχαράκωνε το χώρο του
Και προχωρούσε.
Και ο κόσμος να χανότανε
Σιγούσε.
Καρφώνονταν τα λόγια
Στις ασπίδες.
Στις εσοχές των τοίχων.
Δεν σήκωνε κεφάλι
Να αμυνθεί.
Λογάριαζε παγίδες
Προμήνυε καταστροφές
Υπονοούσε υπαινισσόταν 
Έβαζε αινίγματα.
Ακροβατούσε σε γκρεμούς.
Νύχτωνε σε δωμάτια ξένων.
Μεταναστών που κανένας
Δεν λυπάται.
Δεν σύχναζε σε μέρη
Με χαρά.
Το  φως δεν αγαπούσε.
Έχανε το ρυθμό στην ευτυχία.
Συμμεριζότανε τον πόνο
Μόνο.
Αυτό το βλέμμα.
(Πολύ κουραστική ζωή  αλήθεια....)
                    ΜΑΡΙΑ ΦΟΥΚΑ



Ο ΑΝΘΡΩΠΟΣ ΠΟΥ ΑΓΑΠΟΥΣΕ ΤΑ ΤΡΕΝΑ....

                    
       Μια φορά κι ένα καιρό σε μια πολιτεία πολύβουη και πολυάνθρωπη ζούσε ένας άνθρωπος που αγαπούσε τα τρένα. Για αυτό το λόγο κι ενώ όλοι απέφευγαν την περιοχή γύρω από το σιδηροδρομικό σταθμό για μόνιμη κατοικία τους, μη αντέχοντας τη βουή των αλλεπάλληλων συρμών, αυτός διάλεξε ένα χαμηλό σπιτάκι ακριβώς δίπλα από την είσοδο του σταθμού. Ήταν ευτυχής χωρίς να έχει ταξιδέψει ποτέ του. Του αρκούσε να τα βλέπει να μπαίνουν και να βγαίνουν μεγαλόπρεπα στο σταθμό, αργόσυρτα στην αρχή, ορμητικά  στη συνέχεια ,ατσάλινα βέλη στη φαρέτρα των ανθρώπων.
        Όταν δεν τα΄ βλεπε, τις ώρες της εξαιρετικά βαρετής δουλειάς του να σφραγίζει άχρηστα έγγραφα σε ένα γραφείο μεσιτικό, τα ονειρευόταν. Ο μόνος λόγος που άντεχε αυτή την δουλειά ήταν γιατί έβαζε χρήματα  στην άκρη για να ανέβει κάποτε σε ένα από τα τρένα και να φύγει .Για που δεν τον ένοιαζε. Έτσι κι αλλιώς μόνος του ήταν. Δεν είχε δυστυχώς να δώσει λογαριασμό σε κανέναν. Προς το παρόν του έφτανε να ταξιδεύει στα όνειρά του. Να τα οδηγεί φορώντας τη στολή και το καπέλο του μηχανοδηγού χαιρετώντας δια χειραψίας τους επιβάτες που του εμπιστεύονταν τα ταξίδια τους και απολαμβάνοντας την εκτίμηση των πάντων.
             Μια Κυριακή ετοιμαζόταν για ύπνο έχοντας χορτάσει όλη τη μέρα το υπέροχο βουητό του σταθμού, των ταξιδιωτών τις  φλυαρίες και το σούρσιμο των αποσκευών που κι απ΄ αυτές αισθανόταν πιο άτυχος, όταν άκουσε  από το μικρό ραδιοφωνάκι που είχε πάντοτε ανοιχτό την αδιάφορη φωνή του εκφωνητή ειδήσεων να αναγγέλλει ότι ο σταθμός της πολιτείας του κλείνει λόγω οικονομικών περικοπών σύμφωνα με απόφαση της κυβέρνησης. Η είδηση τον συγκλόνισε. Ο άνθρωπος που αγαπούσε τα τρένα  θα έμενε χωρίς το νόημα της ζωής του. Ακόμα κι αν τον είχε χτυπήσει κεραυνός ,δεν θα έμενε τόσο κεραυνοβολημένος.
              Τη νύχτα εννοείται δεν κοιμήθηκε. Βάδισε χιλιόμετρα στη μικρή του κάμαρη πάνω κάτω σε μια προσπάθεια να διαχειριστεί την τρομερή είδηση, την αδιανόητη μέχρι χθες προοπτική να ζει χωρίς τον ταξιδιάρικο ήχο των αγαπημένων του τρένων. Το μικρό σπίτι τον έπνιγε. Η ζωή τον έπνιγε .Βγήκε να περπατήσει. Μπήκε στον έρημο σταθμό . Τα δρομολόγια πολύ αραιά  και οι ελάχιστοι νυσταγμένοι ταξιδιώτες των βραδινών συρμών  του φαίνονταν σαν μέλη χορού αρχαίας τραγωδίας σε ένα έργο με καθόλου θεατές. Αποτυχημένο και μοναχικό.
               Κάθισε δίπλα σε έναν ηλικιωμένο κύριο σε ένα παγκάκι σε μια άκρη του σταθμού. Τα  μάθατε; Ο σταθμός κλείνει. Άκουσε την ίδια του τη φωνή να λέει. Ο ηλικιωμένος γύρισε αργά το κεφάλι του και τον κοίταξε. Στο βλέμμα του είχε κάτι τόσο αξιοπρεπές και τρυφερό που σχεδόν ξέχασε τη μεγάλη του θλίψη. Σχεδόν..Δεν βαριέσαι παιδί μου , οι σταθμοί ανοίγουν και κλείνουν. Το παν είναι να έχεις κάπου να πας .   Για το πώς θα πας ,αν πολύ το επιθυμείς , θα βρεις τον τρόπο. Κι ο ηλικιωμένος άνθρωπος συνέχισε σαν τον μάντη που γνωρίζει τις φωνές και τα σημάδια. Φαίνεσαι άνθρωπος που ταξιδεύει μέσα από τα ταξίδια των άλλων. Δεν είναι καιρός να κάνεις τα δικά σου;
                Έμεινε εμβρόντητος. Τόσα χρόνια ,σκέφτηκε, κάθομαι και παρατηρώ τους άλλους να ανεβαίνουν στα τρένα. Μου αρκούσε το βουητό τους. Οι φλυαρίες των ταξιδιωτών και το σούρσιμο των αποσκευών. Κι απ΄ αυτές ακόμα ένοιωθα πιο άτυχος. Και τώρα ο σταθμός κλείνει. Όμως ο κόσμος εξακολουθεί και υπάρχει για να τον ταξιδέψω. Τρένα, αεροπλάνα, πλοία, αυτοκίνητα ..Το πάθος για το ταξίδι δεν σταματά από κανέναν σταθμό που κλείνει λόγω περικοπών της κυβέρνησης.  Ξαφνικά ένοιωσε ασφαλής. Προστατευμένος από κάποια αόρατη δύναμη. Λες κι όλα τα τρένα συμφώνησαν να τον περιμένουν να κάνει τώρα τα δικά του ταξίδια….
                                                ΜΑΡΙΑ ΦΟΥΚΑ

Υ.Γ: Το αφιερώνω σ΄αυτούς  που βλέπουν παντού μια προοπτική…….

Τετάρτη 10 Σεπτεμβρίου 2014

ΕΣΥ Ο ΔΑΣΚΑΛΟΣ......

Τίποτα πιο όμορφο από την σχολική τάξη. Πιο υγιές και πιο ελπιδοφόρο. Σφύζει από ζωή. Όλα  τα καιρικά φαινόμενα μπροστά σου. Λιακάδες λαμπερές. Συννεφιές . Άλλες φέρνουν μπόρες και άλλες ευεργετικό ψιλόβροχο. Καταιγίδες. Και πάλι ήλιο. Την κερδίζεις μόνο με την αγάπη. Και με την ομορφιά της γνώσης που απελευθερώνει τη σκέψη. Έχει τους δικούς της νόμους . Τα θέλω και τους φόβους της. Εσύ καλείσαι να κερδίσεις το στοίχημα να τα ισορροπήσεις. Θέλει να κάνεις μαγικά για να το καταφέρεις σε ένα κόσμο αφιλόξενο για όνειρα. Να μπεις στον κόσμο της. Όχι σαν εισβολέας που ήρθε να αλώσει και να επιβάλει τους κανόνες του. Ούτε σαν φοβισμένος υπηρέτης μιας αναγκαστικής συμβίωσης. Οι μαθητές μυρίζονται το φόβο. Μισούν τη βία. Δεν υποτάσσονται εύκολα . Έχουν άγνοια κινδύνου. Ρίχνονται πάνω του. Αλίμονο αν δεν το ΄καναν. Εσύ , ο δάσκαλος, πρέπει να είσαι συνοδοιπόρος σ΄αυτό το ταξίδι. Συνεργάτης και καθοδηγητής. Σύντροφος αγαπημένος. Όταν θυμώνεις να ξέρουν το γιατί. Να μην ξεχνάς να επιβραβεύεις. Και να μη θέλεις πολλά για να το κάνεις. Το μπράβο στα παιδιά δίνει φτερά .Να είσαι επιεικής. Η τάξη των παιδιών αγαπιέται μόνο με την καλά αιτιολογημένη επιείκεια. Που πηγάζει μέσα από καταστάλαγμα ζωής. Και όχι γιατί απλώς δεν μπορείς να κάνεις αλλιώς. Η τάξη είναι ένα ζυμάρι στα χέρια σου. Πηλός. Πρέπει να χτίσεις κάτι όμορφο. Είναι καμβάς να φτιάξεις έναν πίνακα με τα όνειρά της. Άγραφο χαρτί να γράψεις ευχές για τη ζωή. Παράλληλα πρέπει να στεγνώνεις τα δάκρυά της .Να συντροφεύεις τα γέλια της. Μην ειρωνεύεσαι τις τρικυμίες της. Να μάθεις να τις κολυμπάς.  Αν δεν σε αγαπήσει, φταις. Κάτι έχεις κάνει λάθος. Αν δε σε σέβεται, ψάξε να βρεις γιατί. Υπάρχουν λόγοι. Η τάξη σπάνια κάνει λάθος .Μην την πυροβολείς. Και μην την κολακεύεις. Της φτάνει να την αγαπάς . Και να είσαι εκεί όταν σε χρειάζεται. Με υπομονή. Και εμπιστοσύνη.
                                           ΜΑΡΙΑ ΦΟΥΚΑ.


Η ΜΝΗΜΗ......

Η  μνήμη είναι δύναμη. Βυθίζεται στο χρόνο. Δεν επιδέχεται αλλαγές δεν αντιγράφεται .Προπάντων δεν διαγράφεται. Στηρίζει τις αντοχές σου αν ξέρεις να εκτιμάς σωστά τα γεγονότα . Κυρίως τα αμετάκλητα. Αυτά που η μνήμη σέβεται και προσκυνά. Η μνήμη είναι δύναμη. Μόνο όταν αφήνει χώρο για να λησμονήσεις αυτά που σε εμποδίζουνε να ζήσεις. Είναι γενναία. Όταν δεν χάνεται σε τύψεις , ενοχές ,ανώφελα γιατί. Όμως η μνήμη είναι και  η άλλη όψη της παραίτησης. Όταν γίνεται άλλοθι για ήττες . Αγαπώ τη μνήμη που δεν επιστρατεύει δάκρυα μόνο. Αλλά και γέλια και χαρές. Αυτές κυρίως. Η μνήμη είναι στήριγμα και πέτρα . Σκληρή όταν σε κάνει να θυμάσαι μες το χειμώνα θάλασσες. Μες το σκοτάδι φως .  Ηρωική όταν δεν υποτάσσεται στην ευκολία της απώθησης, στο ψέμα της εξιδανίκευσης και στην αλήθεια που απομυθοποιεί τα όνειρα. Η μνήμη είναι αδυναμία και δύναμη. Ήττα και νίκη .Υποχρέωση και ανάγκη. Χέρι να πιαστείς μα και γκρεμός να πέσεις. Εσύ αποφασίζεις….

                                                            ΜΑΡΙΑ ΦΟΥΚΑ

Τρίτη 9 Σεπτεμβρίου 2014

ΤΟ ΠΑΡΑΜΥΘΙ ΜΕ ΚΑΚΟ ΤΕΛΟΣ.

         Μια φορά κι έναν καιρό ήταν ένα παραμύθι με κακό τέλος. Ήταν πολύ δυστυχισμένο γιατί κανένας δεν ήθελε να το αγοράσει κι έτσι έπληττε μόνο του στο ράφι του βιβλιοπωλείου που ήταν τους τελευταίους μήνες το σπίτι του. Μάταια το ξεσκόνιζαν . Δεν το ξεφύλλιζαν καν..Φυσικά φταίει το κακό τέλος, παραπονιόταν το  παραμύθι μας. Ας όψεται αυτός ο ιδιότροπος ο συγγραφέας του. Αν τον είχε μπροστά του… Μα απ΄ την άλλη, γιατί όλα τα παραμύθια να΄χουν καλό τέλος; Και ποιος ορίζει τι είναι το καλό; Φιλοσοφούσε το παραμύθι μας μονάχο του . Αυτό θα πει να μένεις στο ράφι , σιγομουρμούριζε γελώντας πικρά…
         Κι ήταν πράγματι πολύ κακόκεφο. Ζήλευε με όλη τη δύναμη της ψυχής του τα διπλανά του παραμύθια που γίνονταν ανάρπαστα από τα παιδιά ! Πόσο έλαμπαν τα μάτια τους όταν τα ξεφύλλιζαν! Το γελαστό καλαμάρι, το ερωτευμένο λουλούδι, η κόκκινη  πεταλούδα, το καλό ταξίδι του ανέμου, το χαλάζι που μισούσε το χειμώνα! Γέλαγαν και τα μουστάκια του βιβλιοπώλη καθώς τα τύλιγε με πολύχρωμα χαρτιά και κορδέλες , δώρα για τα παιδιά  και  έπαιρνε τα ωραία τους λεφτά που μάζευε στο συρτάρι του! Ενώ αυτό το καημένο με μισό μάτι το κοιτούσε και κούναγε απειλητικά το κεφάλι του…
            Ένα βράδυ, αφού μια βαρετή μέρα είχε τελειώσει με την ίδια απογοήτευση και πίκρα, άκουσε το αφεντικό του μαγαζιού να λέει στο τηλέφωνο..Λυπάμαι ,κύριε, το παραμύθι σας δεν πουλάει. Το πολύ σε δυο μέρες θα το βγάλω από τα ράφια μου. Το παραμύθι με το κακό τέλος έμεινε εμβρόντητο. Αυτή τη μαχαιριά δεν την περίμενε γιατί κατά βάθος πάντα πίστευε πως κάποτε θα αναγνωριζόταν η αξία του και θα κέρδιζε την αγάπη των παιδιών. Τώρα που το σκέφτομαι, για παραμύθι με κακό τέλος ήταν πολύ αισιόδοξο!
            Πρέπει να δράσω γρήγορα. Σκέφτηκε αποφασιστικά το παραμύθι με το κακό τέλος. Θα περίμενε αργά το βράδυ όταν όλα στο βιβλιοπωλείο θα κοιμούνταν. Παραμύθια, αστυνομικά βιβλία που θα μπορούσαν να καλέσουν την αστυνομία, φιλοσοφικά , ταξιδιωτικά , επιστημονικής φαντασίας και άλλα. Μα κυρίως θα περίμενε να κοιμηθούν τα διπλανά του παραμύθια. Χρειαζόταν επειγόντως το λάμδα τους. Θα το  αντικαθιστούσε στα κρυφά με το δικό του κάπα. Κι ούτε γάτα ούτε ζημιά. Το πρωί μέχρι να πάρουν είδηση την αλλαγή και τα παραμύθια και οι άνθρωποι, τα παιδιά σίγουρα θα το είχαν αγοράσει. Και τότε το όνειρό του θα γινόταν πραγματικότητα. Θα το διάβαζαν και θα το αγαπούσαν..Πόσο είχε ανάγκη αυτή την αγάπη! Γιατί πρέπει να σας πω ότι όπως και οι άνθρωποι έτσι και τα παραμύθια επιθυμούν την αγάπη.
              Έτσι και έκανε. Και να το το πρωί να καμαρώνει με τον τίτλο, το παραμύθι με το καλό τέλος. Ενώ το νυσταγμένο γελαστό κακαμάρι χαμπάρι δεν πήρε από αυτή την αλλαγή. Ήταν τόσο σίγουρο για τον εαυτό του που πίστευε ότι ήταν άτρωτο.  Ήθελε να’ βλεπε τα μούτρα του όταν θα του γύριζαν την πλάτη τα παιδιά. Πράγματι όλα εξελίχτηκαν όπως τα είχε φανταστεί.  Επιτέλους το αγόρασαν.. Του φάνηκε σαν θαύμα το ταξίδι μέσα στο πολύχρωμο χαρτί με την κόκκινη κορδέλα. Πόσο ξαφνιάστηκε το αφεντικό του μαγαζιού όταν το διάλεξαν! Ευτυχώς η παρατηρητικότητα δεν ήταν το μεγαλύτερο προτέρημά του.
                 Όμως πολύ γρήγορα το παραμύθι μας θα έπεφτε από τα σύννεφα που είχε ανέβει απ΄τη χαρά του. Το κοριτσάκι  που το διάβαζε άρχισε να κλαίει και κατακόκκινο από θυμό τσίριξε. Δεν το θέλω αυτό το παραμύθι !!! Να το γυρίσουμε πίσω!! Με κορόιδεψε. Δεν έχει καλό τέλος!! Είχε έρθει η πιο δύσκολη ώρα. Τώρα θα αποδείκνυε την αξία του. Όμως  επέλεξε να μην μιλήσει καθόλου εκείνη την στιγμή.  Θα μιλούσε όταν έπρεπε! Πράγματι, έντρομη η μαμά του παιδιού άρπαξε από το ένα χέρι το παραμύθι και από το άλλο το κοριτσάκι που τώρα έκλαιγε σιωπηλά και μια και δυο φτάνουν στο βιβλιοπωλείο.
                Μας εξαπάτησαν, φώναξε με θυμό στον έκπληκτο βιβλιοπώλη. Το μαγαζί ήταν γεμάτο παιδιά και γονείς . Και σαν να μην έφτανε τόση δυσφήμιση, ακούστηκε μια πιο δυνατή φωνή. Αυτός μου έκλεψε το λάμδα μου!! Ήταν το γελαστό κακαμάρι  που τώρα δεν ήταν καθόλου γελαστό. Είχε έρθει η ώρα να μιλήσει το παραμύθι με το κακό τέλος. Μπροστά σε όλους έπρεπε να υπερασπιστεί τον εαυτό του. Αναγκάστηκα να το κάνω. Εσείς με αναγκάσατε. Βροντοφώναξε στους εμβρόντητους γονείς και παιδιά που δεν πίστευαν στα αυτιά τους. Αλλιώς έπρεπε να παραδεχτώ την ήττα και να παραμείνω στα αζήτητα. Παραδέχομαι ότι  είπα ψέματα. Δεν έχω καλό τέλος . Τουλάχιστον το τέλος που εσείς θεωρείτε καλό. Και γιατί παρακαλώ να πρέπει όλοι να παντρεύονται στο τέλος; Η πεντάμορφη γιατί πρέπει να παντρευτεί το τέρας και εκείνο να μην εξακολουθήσει να είναι τέρας; Μόνο οι όμορφοι έχουν αξία σ΄αυτόν τον κόσμο; Οι υπόλοιποι δεν έχουνε ψυχή; Και γιατί η κοκκινοσκουφίτσα να μην τιμωρηθεί που έκανε του κεφαλιού της και πήγε μέσα από το δάσος; Πάντα θα την πληρώνει ο κακός ο λύκος; Φταίει αυτός δηλαδή που δεν είναι χορτοφάγος; Κι  ο πρίγκιπας γιατί να παντρευτεί την Σταχτοπούτα και  όχι μια από τις κακές αδελφές; Η αγάπη δεν αλλάζει τους ανθρώπους;  
              Θα μίλαγε μέχρι αύριο αν μια θύελλα από χειροκροτήματα δεν διέκοπταν τα λόγια του. Και πρώτο- πρώτο το καλαμάρι που ήταν σαν καινούργιο με το λάμδα του. Ο βιβλιοπώλης μετά την τροπή που πήρανε τα πράγματα ξαναβρήκε το χρώμα του και αμέσως παρήγγειλε κι άλλα αντίτυπα του παραμυθιού με το κακό τέλος. Έτσι τα παιδιά αλλά και οι γονείς κατάλαβαν ότι με κακό ή καλό τέλος πρέπει να υπερασπιζόμαστε το παραμύθι μας. Είναι το δικό μας παραμύθι !!!

                                     ΜΑΡΙΑ ΦΟΥΚΑ