Σάββατο 21 Δεκεμβρίου 2019

ΕΙΜΑΣΤΕ ΟΛΟΙ........ ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΙΝΔΑΡΕΣ....









Το ποίημα απέδιδαν στον Μ. Μπρεχτ...


«Όταν οι ναζιστές ήρθαν για να πάρουν τους κομμουνιστές, σιώπησα επειδή δεν ήμουν κομμουνιστής. 

Όταν φυλάκισαν τους σοσιαλδημοκράτες, σιώπησα γιατί δεν ήμουν σοσιαλδημοκράτης. 

Όταν ήρθαν να πάρουν τους συνδικαλιστές, σιώπησα γιατί δεν ήμουν συνδικαλιστής.

Όταν ήρθαν να πάρουν τους Εβραίους σιώπησα γιατί δεν ήμουν Εβραίος

Όταν ήρθαν να συλλάβουν εμένα, δεν υπήρχε πια κανείς για να διαμαρτυρηθεί».

Martin Niemoeller (1892-1984)
Υ.Γ: Ξυλοκοπήθηκε ένας άνθρωπος χωρίς κανένα λόγο! Αλλά ακόμα κι αν υπήρχε λόγος δεν έπρεπε να ξυλοκοπηθεί..Γι αυτό διαμαρτύρομαι και ενώνω τη φωνή μου με εκείνους που κάνουν το ίδιο..
                                                  ΜΑΡΙΑ ΦΟΥΚΑ
                                                                                                                 


Δευτέρα 16 Δεκεμβρίου 2019

Πέμπτη 12 Δεκεμβρίου 2019

Η ΣΦΑΓΗ ΤΩΝ ΚΑΛΑΒΡΥΤΩΝ...



                                         ΣΦΑΓΗ
Ήταν Δεκέμβρη δεκατρείς, Δευτέρα ημέρα.
Ύφανε η νύχτα της ομίχλης πέπλα και, πριν φύγει,
σκέπασε τα Καλάβρυτα με σάβανο θολό, πηχτό.
Με κρύες γάζες τύλιξε των σκλάβων τις καρδιές,
πικρή στη γέψη στέγνωσε τη γλώσσα,
της αναπνιάς πλοκάμια, μάργωσε τα στήθη.
Οι Αλαμάνοι με φιδίσια μάτια θανατά,
με κρύα γκρίζα μάτια στέκονται φρουροί
και κρατούν της ομίχλης την ταφόπετρα,
που την τρυπούν της εκκλησιάς οι τρούλλοι
με δυο λευκούς σταυρούς απελπισίας.
Σαν ένα μνήμα απέραντο φαντάζει ο κάμπος.
Και ξάφνου σαν ολολυγμός, σα θρήνος
της καμπάνας το στόμα αρχίζει ν’ αλαλάζει
βραχνή βουή, στους σκλάβους προσκλητήρι,
κόλασης κάλεσμα στου Χάρου το τραπέζι
Μέσα στην καταχνιά σαλεύουν τότε
κι αρχίζουνε να τρέχουν τρομαγμένα
ανθρώπινα φαντάσματα, να τρέχουν
άντρες, παιδιά, γυναίκες, νέοι, γέροι.
Ο ένας στ’ αλλουνού τα μάτια φρίκη μόνο,
μόνο τη φρίκη βλέπει και διαβάζει.
Μια κουβέρτα κρατούν στον ώμο τους σφιχτά
και τροφές για ταξίδι — ποιο ταξίδι; — μιας ημέρας.
Φτάνουν στην πλατεία. Της καταχνιάς τη στάχτη
ρουφούν οι ουρανοί κι οι σκλάβοι
στης αγωνίας τα σαγόνια παραδέρνουν.
Κι ήρθε η προσταγή σα γρυλλισμός θεριού οργισμένου.
Τα παιδιά, δώδεκα χρόνων και κάτου,
με τις γυναίκες να παν προς το σκολειό
κι οι σερνικοί, παιδιά και νέοι και γέροι,
προς το νεκροταφείο να βαδίσουν.
Της υποψίας τα φίδια μπήγουν πιο βαθειά
τα δόντια τους στων σκλάβων τις καρδιές.
Φριχτή πομπή. Κοντά χίλια λείψανα βαδίζουν
κι ανηφορίζουν ζωντανά στο γολγοθά τους.
Βουβοί μαζί τους ψάλτες και παπάδες,
λείψανα ζωντανά κι αυτοί στου μαρτυρίου το δρόμο.
Στο λόφο ο Γερμανός λοχίας τούς μετράει,
όπως ένας χασάπης τα σφαχτά του.
«Θεέ μου, θα μας σκοτώσουν οι κακούργοι!»
Τότε ένα βουητό σηκώθη από το πλήθος.
όπως όταν βυθίζεται καράβι
κι ανοίγουν τα νερά του πόντου — ίδιος τάφος —
και για τους επιβάτες έλεος δεν υπάρχει,
δεν υπάρχει σωτηρία.
Ο Γερμανός λοχίας τότε ουρλιάζει,
να τους ειπεί, πως δε θα τους σκοτώσουν,
αλλά φωτιά στα σπίτια τους θα βάλουν
κι η τιμωρία τους θάναι να τα ιδούνε.
Λίγες στιγμές ακόμη κι απ’ την πόλη
σηκώθηκε ο καπνός απ’ άκρη σ’ άκρη.
Οι φλόγες λιμασμένες τρώνε τώρα
τις κούνιες των μωρών, των γέρων τα κρεβάτια.
Όνειρα και καημοί κι ελπίδες, όλα στάχτη.
Ξάφνου, πέντε φωτοβολίδες σφεντονίσθηκαν στα ύψη
κι ευτύς από τα πολυβόλα, γύρω – γύρω,
όχεντρες μύριες, σιδερένιες, έσκισαν σφυρίζοντας,
τον πράο, πρωινόν αέρα πέρα ως πέρα.
Αόρατο μελίσσι σκλήρισαν κι εσπάραξαν
τις σάρκες των σκλάβων, τις καρδιές, τα σπλάχνα.
Τότ’ ένας βόγγος εσηκώθη ουρανοδρόμος,
ασίγαστος ο θρήνος του αρχαίου χορού
της Μοίρας των ανθρώπων στους αιώνες.
Σκληρά τα «ξανθά χτήνη» του Βορρά μυρίστηκαν
το αίμα, σαν τις ύαινες κι εσίμωσαν
τους νεκρούς, που με γυάλινα τα μάτια
έβλεπαν τους θλιμμένους ουρανούς.
Και τότε σα σκυλιά, που λυσσασμένα,
μ’ άφρη στο στόμα και μανία δαγκώνουν,
ό,τι βρεθεί μπροστά τους κι ανασαίνει,
σα θεριά, που μεθούν από το αίμα
και ξεσκίζουν το θύμα τους κι ας μην πεινούνε,
έτσι των Ούνων η καταραμένη φύτρα,
δρασκελώντας τα πτώματα ζητούσε
όποιον ακόμη σάλευε ν’ αποτελειώσει.
Καλότυχοι, που κλείσανε τα μάτια και δεν είδαν,
δεν άκουσαν τους θρήνους, τις φωνές, το κλάμα,
που τράνταζε τους τοίχους του σκολείου
από τις αδερφές, τις κόρες, τις μανάδες,
τις γερόντισσες, τ’ ανήλικα, τα βρέφη,
που τις έκλεισαν μέσα και κατόπι
εβάλανε φωτιά για να τις κάψουν.
Ω σεις, πού για πολιτισμό μιλάτε κι ανθρωπιά,
το πρόσωπό σας κρύψετε σκυμμένοι
από ντροπή, μπροστά σε τούτο το σκολειό,
που φλόγες πυρπολούν και περιζώνουν!
Τι κι αν ευρέθηκε σε τρεις χιλιάδες ένας
και τους άνοιξε την πόρτα να σωθούνε;
Καμμένο το σκολειό και γκρεμισμένο,
με τα παράθυρά του — κούφια μάτια —
και την πόρτα — στόμα του ανοιχτό —
πέτρινο κρανίο της Παιδείας μας εμπαίζει,
αναγελάει, σαρκάζει τις κουλτούρες.
Σα μια στάνη που σκούζοντας σκοντάφτει
και τρέχει απ’ του θεριού τα δόντια να γλυτώσει,
έτσι το φρενιασμένο γυναικόπαιδο σκορπίστη,
του μακελλάρη να ξεφύγει το μαχαίρι.
Κι ήρθε η νύχτα ζοφερή, νύχτα Δεκέμβρη,
κι έσκυψε το δικό της σάβανο ν’ απλώσει
πάν’ από ζωντανούς και πεθαμένους.
Οι νεκροί καινούργια αυγή δεν περιμένουν,
μ’ αυτοί που ζουν, μ’ ορθάνοιχτα τα μάτια,
κείνη προσμένουν, να σηκώσει την αυλαία,
το τρομερό σφαγείο ν’ αντικρύσουν.
Τίποτες οι νεκροί πιά δε ζητάνε,
μόνο τα χέρια μάννας, αδελφής, γυναίκας,
να τους κρύψουν μονάχα από τ’ αγρίμια,
τις αλεπούδες, τα σκυλιά και τα κοράκια.
Κι ήρθε το φως της μέρας, που σκορπάει
τους απονύχτερους τρόμους, τα τελώνια…
Μα τούτη η μέρα τι πάει να ξεσκεπάσει;
Θεέ μου ! σ’ αυτά τα στήθη, πούδωσαν το γάλα
στα σκοτωμένα τους παιδιά, που θ’ αντικρύσουν,
βάλε μια πέτρα για καρδιά σ’ αυτές τις ώρες!
Στις νιες γυναίκες, που θα σκύψουν να φιλήσουν
τους άντρες τους λείψανα κρύα, ματωμένα,
Στις αδελφές, στις θυγατέρες, στα παιδάκια,
το φίλτρο της υπομονής, το θάρρος χάρισέ τους!
Δεν έρχονται στο γολγοθά σα μυροφόρες,
αρώματα δε φέρνουν, καθαρά σεντόνια δε γυρεύουν,
λίγο νερό να πιούν, για να μπορούν να κλαίνε,
λίγο νερό, να νίψουνε τα πρόσωπα μονάχα
των σκοτωμένων, δεν υπάρχουν πληγωμένοι.
Τρέμουν τα γόνατά τους, Θεέ μου, και τα χέρια.
Στα ματωμένα χώματα τα πόδια τους γλιστράνε.
Πώς θα σηκώσουν τους νεκρούς μες στις απλάδες
πώς στο νεκροταφείο θα τους πάνε;
Τους τάφους πώς θα σκάψουνε με νύχια ματωμένα;
Είναι τα σπίτια κάψαλα, τίποτε πια δε μένει·
στάχτες μονάχα και καπνοί κι οι θύμησες μαυρίλα.
Θάν’ όλα μαύρες θύμησες, μόνο θα ξεχωρίζει
μια αυγή, που άσπρισε ο βωμός με μια πασπάλα χιόνι
κι όλη η πλαγιά λουλούδισε μ’ άλικες παπαρούνες.
Τόσα χρόνια περάσαν από τότε…
Το βωμό σταυρός πελώριος σημαδεύει.
Μα δίπλ’ απ’ το βωμό μέρες και νύχτες,
στα χιόνια, στις βροχές και στα λιοπύρια,
γονατισμένη η Μοίρα των ανθρώπων
προσεύχεται στη θέαινα την Ειρήνη,
λυτρωτής ποθητός νάρθει κι οδηγήτρα.
                                      Π. Χρονόπουλος
Υ.Γ: Αύριο  το 2ο Γυμνάσιο επισκέπτεται τα Καλάβρυτα. Θα περπατήσουμε το δρόμο του μαρτυρίου των εκτελεσμένων  όπως τότε. .. Στις  13 Δεκέμβρη του 1943 ...ΔΕΝ ΞΕΧΝΑΜΕ…
                                                    ΜΑΡΙΑ ΦΟΥΚΑ




Δευτέρα 9 Δεκεμβρίου 2019

ΞΕΝΟΣ.....

«Ξένε ποὺ μόνος κι ἔρημος
σὲ ξένους τόπους τρέχεις,
πές μου, ποιὸς εἶναι ὁ τόπος σου
καὶ ποιὰ πατρίδα ἔχεις;»

«Τὴ μακρινὴ πατρίδα μου
πάντα ποθῶ στὰ ξένα.
Ἐκεῖ τὰ χρόνια τῆς ζωῆς
περνοῦν εὐλογημένα.

Ἐκεῖ κι ὁ θάνατος γλυκός,
κι ἀφοῦ κανεὶς πεθάνει,
ἔχει στὸ μνῆμα του Σταυρό,
καντήλι καὶ λιβάνι.

Στ᾿ ἀγαπημένο μου χωριὸ
χαρὲς πάντα καὶ γέλια,
στ᾿ ἁλώνια τραγουδιῶν φωνὲς
ξεφάντωμα στ᾿ ἀμπέλια.

Κι ὅταν χορεύει ἡ λεβεντιὰ
στῆς Πασχαλιᾶς τὴ μέρα,
βροντοκοπᾶ τὸ τύμπανο
καὶ κελαηδεῖ ἡ φλογέρα.

Στὴ μακρινὴ Πατρίδα
ἔχει εὐωδιὰ καὶ χάρη
τὸ ταπεινότερο δεντρί,
τὸ πιὸ φτωχὸ χορτάρι.

Στοὺς κλώνους τῆς ἀμυγδαλιᾶς,
σμίγουν ἀνθοὶ καὶ χιόνια
καὶ φέρνουνε τὴν ἄνοιξη
γοργὰ τὰ χελιδόνια.

Στῶν μαγεμένων της βουνῶν
τὰ μαρμαρένια πλάγια,
γλυκολαλοῦν οἱ πέρδικες
καὶ κλαίει ἡ κουκουβάγια.

Ἡ ἀσημένια θάλασσα
μ᾿ ἀφροὺς τὴν περιζώνει
κι ὁ οὐρανὸς μὲ τ᾿ ἄστρα του
τὴ χρυσοστεφανώνει.

Τὴ μακρινὴ Πατρίδα μου,
πρὶν ἡ σκλαβιὰ πλακώσει,
τὴ δόξαζ᾿ ἡ παλληκαριά,
τὴ φώτιζεν ἡ γνώση.

Καὶ τώρ᾿ ἀπὸ τὴ μαύρη γῆ,
τὴ γῆ τὴ ματωμένη,
πρόβαλε πάλ᾿ ἡ ἐλευθεριὰ
σὰν πρῶτα ἀντρειωμένη».

«Φτάνει τὴ χώρα ποὺ μοῦ λές,
τὴ γνώρισα, τὴν εἶδα,
τὴ μακρινὴ Πατρίδα σου
ἔχω κι ἐγὼ Πατρίδα».

Υ.Γ: Σαν σήμερα, 9 Δεκέμβρη του 1859 γεννήθηκε  ο ποιητής Γ.Δροσίνης..Ένας ποιητής που αγαπώ. Μου θυμίζει τα χρόνια της αθωότητας , τα σχολικά μου χρόνια..Το ποίημα , η πατρίδα μας ,που αναρτώ μιλάει φυσικά για την Ελλάδα. Κάθε άνθρωπος όμως, όπου γης, θα μπορούσε να μιλήσει έτσι για τη δική του πατρίδα. Ιδιαίτερα αυτοί που αναγκάζονται να την εγκαταλείψουν . Η πρώτη στροφή είναι άκρως συγκινητική. Απευθύνεται  σε κάθε ξένο..Και βέβαια περιμένει απάντηση….Εμείς;;;;
                                                                        
 «Ξένε ποὺ μόνος κι ἔρημος
  σὲ ξένους τόπους τρέχεις,
  πές μου, ποιὸς εἶναι ὁ τόπος σου
  καὶ ποιὰ πατρίδα ἔχεις;»                         
                                                            ΜΑΡΙΑ ΦΟΥΚΑ
                                                                              






Κυριακή 8 Δεκεμβρίου 2019

ΣΑΝ ΣΗΜΕΡΑ!


                     Έτσι ξεκίνησαν όλα..Και τέλειωσαν σαν σήμερα!!
                                                                       ΜΑΡΙΑ ΦΟΥΚΑ

ΟΙ ΔΡΑΠΕΤΕΣ ΤΗΣ ΣΚΑΚΙΕΡΑΣ..


ΘΕΜΑ: Πρόσκληση σε επιμορφωτική ΗΜΕΡΙΔΑ με θέμα: «Η θεατρική δραστηριότητα στην εκπαιδευτική διαδικασία»

Η Διεύθυνση Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης Αχαΐας /Πολιτιστικά θέματα δια της Υπεύθυνης Πολιτιστικών Θεμάτων κας Ε. Κωσταρά σε συνεργασία με τη ΔΙ.Π.Ε. Αχαΐας/ Πολιτιστικά Θέματα και το Τμήμα Θεατρικών Σπουδών Πανεπιστημίου Πατρών διοργανώνει Ημερίδα για τους εκπαιδευτικούς της Αχαΐας, διάρκειας 5 διδακτικών ωρών, με θέμα: «Η θεατρική πράξη στην εκπαιδευτική διαδικασία». Η Ημερίδα θα υλοποιηθεί την Παρασκευή 6 Δεκεμβρίου 2019, στην αίθουσα εκδηλώσεων του 1 ου -6 ου Γυμνασίου Πατρών (Έλληνος Στρατιώτου και Αγ. Σοφίας), ώρες 17.15-20.30 μ.μ. Η Ημερίδα απευθύνεται στους/στις εκπαιδευτικούς όλων των ειδικοτήτων που επιθυμούν να υλοποιήσουν Πολιτιστικά Προγράμματα κατά το σχολικό έτος 2019-2020 ή ενδιαφέρονται για το συγκεκριμένο θέμα.

Μέρος Α΄: Θεατρική παράσταση «Οι δραπέτες της σκακιέρας». Η παράσταση θα παρουσιαστεί από το Εργαστήριο Σκηνικής Πράξης και Λόγου του Τ.Θ.Σ. του Πανεπιστημίου Πατρών και είναι βασισμένη σε αποσπάσματα από την ομώνυμη όπερα των Γ. Κουρουπού-Ε. Τριβιζά.
Σκηνοθεσία: Μαρία Φραγκή. Μουσική επιμέλεια: Αγγελική Κορδέλλου. Κίνηση: Κάτια Σαβράμη. Παίζουν: Ευφροσύνη Αγγελοπούλου, Λουκία Βισίλια, Ματίνα Μιχαλιού, Κωνσταντίνος Γαβριήλ, Σπυριδούλα Ζαχρήστου, Χρυσάνθη Κάραλη, Γιώργος Κατσάμπας, Νάνσυ Κολλιοπούλου, Δημήτρης Μαρούδας, Γιώργος Πουρνάρης, Έφη Τριπολιτσιώτη, Κων/νος-Θεόδωρος Τσάμης, Μαίρη Χρονοπούλου. 

Μέρος Β΄: Θεωρητικό μέρος

1. «Από την τέχνη του θεάτρου στην εκπαίδευση. Η δουλειά του "εργαστηρίου». Εισήγηση από τη Μ. Φραγκή, Δρ. Θεατρικών Σπουδών-Σκηνοθέτις, ΕΕΠ Τ.Θ.Σ. Πανεπιστημίου Πατρών.

2. «Η όπερα "Οι δραπέτες της σκακιέρας" ως εργαλείο μουσικοθεατρικής αγωγής εκπαιδευτικών». Εισήγηση από την Α. Κορδέλλου, Δρ. Μουσικολογίας-Μουσικοπαιδαγωγός, ΕΕΠ Τ.Θ.Σ. Πανεπιστημίου Πατρών.

3. «Αναγκαιότητα της καλλιτεχνικής εμπειρίας για τον εκπαιδευτικό (σώμα-λόγος-έκφραση)». Εισήγηση από την Κ. Σαβράμη, Δρ. Χορολογίας - Επίκουρη Καθηγήτρια Τ.Θ.Σ. Πανεπιστημίου Πατρών. 4. Στρογγυλή τράπεζα με θέμα: «Η θεατρική πράξη στην εκπαιδευτική διαδικασία» – Ερωτήσεις τοποθετήσεις κοινού. Συντονίστρια η κ. Κ. Σαβράμη, Δρ. Χορολογίας - Επίκουρη Καθηγήτρια Τ.Θ.Σ. Πανεπιστημίου Πατρών.


Υ.Γ1: Τώρα πια μετά από αρκετά χρόνια ενασχόλησης με πολιτιστικά προγράμματα και σχολικές θεατρικές παραστάσεις, όταν λαμβάνω τέτοιες προσκλήσεις προσπαθώ να τις αποφύγω. Όχι βέβαια από σνομπισμό ή διάθεση υποτίμησης των προσπαθειών εξαιρετικών συναδέλφων και άλλων σπουδαίων παραγόντων της Τέχνης κάθε μορφής και έκφανσης να μας μυήσουν στον όμορφο και απέραντο κόσμο της καλλιτεχνικής δημιουργίας. Απλώς η κούραση της εκπαιδευτικής δραστηριότητας αλλά και οι καθημερινές υποχρεώσεις δεν  αφήνουν πολλά περιθώρια για τέτοιου είδους δραπετεύσεις. Τέλος η θεωρητική προσέγγιση θεμάτων Τέχνης που συνήθως γίνεται σε παρόμοιες ημερίδες δεν ανταποκρίνεται στις ανάγκες και στις επιθυμίες μου..

Γι αυτό είμαι ενθουσιασμένη που επέλεξα έστω την τελευταία στιγμή να παρακολουθήσω την παράσταση <<οι Δραπέτες της Σκακιέρας>> στο πλαίσιο της ημερίδας που προανέφερα. Όπως είπα και στη συζήτηση που ακολούθησε μετά την παράσταση, το αποτέλεσμα ήταν υπέροχο. Συνάδελφοι εκπαιδευτικοί , αρκετοί όχι στα πρώτα τους νιάτα και ερασιτέχνες μόνο, μας συγκίνησαν με το ταλέντο τους δημιουργώντας ένα μαγικό σκηνικό με ήχους και εικόνες, λόγο και χορό , φώτα, χρώματα και μουσική..Πολλή μουσική. Και απλά σκηνικά που όμως δημιουργούσαν την μαγεία του ονείρου της ομαδικής δημιουργίας! Βεβαίως χρειάστηκε πολλή δουλειά, άπλετος προσωπικός χρόνος, θετική διάθεση και καλή καρδιά, όπως είπαν οι ίδιοι οι συντελεστές.  Μόνο έτσι  οι ερασιτεχνικές ομάδες δημιουργούν Τέχνη υψηλής ποιότητας, διδάσκουν, φωτίζουν και εμπνέουν. Μια παράσταση για μεγάλους και παιδιά από μεγάλους που νιώθουνε παιδιά και δεν φοβούνται να το δείξουν ..Συγχαρητήρια θερμά σε όλους, ηθοποιούς και εμψυχωτές –δασκάλους γι αυτό το τόσο άρτιο αποτέλεσμα.

Υ.Γ2: Όσο για το θέμα του έργου <<οι Δραπέτες της Σκακιέρας>> είχε πολύ ενδιαφέρον. Και ποιος δεν επιθυμεί να δραπετεύσει από κάτι που τον πνίγει και δεν τον αφήνει να αναπνεύσει ελεύθερα;  Δεν είναι πάντα εύκολο όμως, όπως λέει ο Χρίστος Λάσκαρης , ο πατρινός ποιητής..

<<Κάθε φορά που σχεδιάζω μια απόδραση
Σκέφτομαι τους φρουρούς με τα σκυλιά
Τον προβολέα εκεί πάνω που χτενίζει..>>

Δεν θέλω όμως να κλείσω απαισιόδοξα. Οι Δραπέτες της Σκακιέρας με έπεισαν πως συχνά  οι φρουροί με τα σκυλιά είναι οι φόβοι και οι προκαταλήψεις μας. Δεν είναι καιρός να τα αντιμετωπίσουμε;
                                                                      ΜΑΡΙΑ ΦΟΥΚΑ

Κυριακή 1 Δεκεμβρίου 2019

ΜΑΡΙΑ ΙΩΑΝΝΙΔOY: ΤΟ ΠΑΓΩΝΙ ΜΕ ΤΗΝ ΥΠΕΡΟΧΗ ΟΥΡΑ!






                                     Υ.Γ:ΕΔΏ ΔΕΝ ΣΧΟΛΙΑΖΟΥΜΕ! ΥΠΟΚΛΙΝΟΜΑΣΤΕ !!!!

                                                                                  ΜΑΡΙΑ ΦΟΥΚΑ
                       Ευχαριστώ τη φίλη μου, Γιώτα Οικονόμου, που μου είπε την ιστορία της....