Σάββατο 10 Οκτωβρίου 2015

Η ΠΡΟΒΑ...



Το σπουδαίο αυτό θεατρικό έργο του Μπρεχτ θα ανεβεί από το ΔΗΠΕΘΕ Πάτρας, τη θεατρική περίοδο 2015-16, σε σκηνοθεσία Κ. Καζάκου. Στα πλαίσια του ανοίγματος της θεατρικής δημιουργίας στο κοινό, παρακολουθήσαμε τις πρόβες των ηθοποιών του συγκεκριμένου έργου, στο θέατρο Απόλλων. Ήταν μια εξαιρετική ευκαιρία να παρακολουθήσουμε το κοπιαστικό ταξίδι όλων των συντελεστών της παράστασης που αγωνιούν να παρουσιάσουν το καλύτερο δυνατό αποτέλεσμα στο κοινό τους. Έτσι οι σκηνές δουλεύονταν ξανά και ξανά, οι κινήσεις και τα λόγια επαναλαμβάνονταν με απόλυτη υπακοή στο σκηνοθέτη που άλλαζε και δοκίμαζε και ξαναδοκίμαζε και  πειραματιζόταν στο πώς και στο γιατί και στο πού, σε μια σκηνή που είναι το όλον αλλά και το επιμέρους, το απέραντο αλλά και το περιορισμένο,το παν και το τίποτα, ανάλογα με τον τρόπο που θα συντονιστούν ή όχι πάνω της οι ταξιδιώτες της παράστασης.

Με  απόλυτη σιγή στα θεωρεία όταν έπρεπε αλλά και συμμετοχή με γέλιο και συγκίνηση, νομίζω πως βοηθήσαμε κι εμείς με τη σειρά μας, ως  μέρος της όλης θεατρικής διαδικασίας, τους ηθοποιούς να ξετυλίξουν την προσπάθειά τους λαμβάνοντας υπόψη την αύρα μας και την ενέργειά μας. Το θέατρο λοιπόν δεν είναι η πρεμιέρα ούτε η καλύτερη παράσταση που θα σκίσει και θα θριαμβεύσει. Είναι μια επίπονη διαδικασία μετάβασης από τον εαυτό σου σε μια διάσταση άλλη, όπου με άλλο σώμα και φωνή και κίνηση θα φωτίσεις δημιουργώντας από την αρχή, ουσιαστικά γεννώντας , το πρόσωπο του ρόλου σου. Εντυπωσιάστηκα από την επανάληψη χωρίς την παραμικρή αντίρρηση, λόγων και κινήσεων, στιγμών και παύσεων, νευμάτων και βλεμμάτων. Έτσι όμως με κόπο και πείσμα χτίζεται βήμα- βήμα η παράσταση. Κάθε παράσταση.

Παρακολουθώντας την τόσο κοπιαστική πρόβα θυμήθηκα την ιστορία που είχε αφηγηθεί η ίδια η Μαρίκα Κοτοπούλη, η σπουδαία αυτή ηθοποιός του θεάτρου, σε φιλικό της πρόσωπο προκειμένου να αποδείξει ότι ο πραγματικός ηθοποιός ακόμα και όταν δεν βρίσκεται στη σκηνή ζει για τους ρόλους του , δουλεύει για τους ρόλους του, δημιουργεί τους ρόλους του. Όταν εκτέλεσαν λοιπόν το Ίωνα   Δραγούμη, θυμάται η Κοτοπούλη, με τον οποίο την συνέδεε ένας μεγάλος έρωτας, έπεσε  στο πάτωμα και θρηνούσε και ούρλιαζε  και χτυπιόταν και τίποτα απολύτως δεν μπορούσε να την παρηγορήσει. Μόνο μια σκέψη κατάφερε να την αποσπάσει από το απέραντο θρήνο της. Ότι έτσι όπως θρηνούσε τον Δραγούμη, έπρεπε να είχε παίξει την Αντιγόνη , την Εκάβη, την Ηλέκτρα ..τους μεγάλους ρόλους της θεατρικής της ζωής. Συνήθιζε να λέει:<< ακόμα και στον πιο μεγάλο μου θρήνο, την πιο δύσκολη στιγμή της ζωής μου, τότε που σπάραζα από πόνο, ο ρόλος μου ήταν αυτό που κυριαρχούσε στη σκέψη μου. Και πως θα μπορούσα να τον είχα παίξει καλύτερα….>>



                                                  
                                                                                                ΜΑΡΙΑ ΦΟΥΚΑ 

Πέμπτη 8 Οκτωβρίου 2015

Η ΖΩΗ ΕΝ ΤΑΦΩ ΤΟΥ ΣΤΡΑΤΗ ΜΥΡΙΒΗΛΗ...




-Πως πέρασες στη Στοκχόλμη; Είναι όμορφη πόλη;
-Υπέροχη… Μουντή ,Βροχερή και  Υπέροχη! Εγώ όμως εκεί ανακάλυψα τον Μυριβήλη…
-Ποιον Μυριβήλη; Τον γνωστό Μυριβήλη;
-Τον Στρατή Μυριβήλη!!
-Και τι σχέση έχει ο γνωστός Μυριβήλης με την Στοκχόλμη;
- Απολύτως καμιά. Απλώς είχα πάρει μαζί μου τη ΖΩΗ ΕΝ ΤΑΦΩ..Στα ιατρικά συνέδρια χρειάζομαι πάντα ένα βιβλίο για να …αλλάζω παραστάσεις..
- Και στις ελεύθερες ώρες σου στη Στοκχόλμη διάβαζες τη ΖΩΗ ΕΝ ΤΑΦΩ; Εσύ είσαι χειρότερη από μένα…
- Γοητεύτηκα τρομερά από την σπαρακτική του γραφή , την χαμηλόφωνη και συνάμα εκρηκτική του  φωνή …
- Δεν το ΄χω διαβάσει δυστυχώς..Μόνο μερικά  αποσπάσματα …Να το πάρω;

Έτσι έφτασε στα χέρια μου, κάπως αργά είναι αλήθεια, το βιβλίο του Στρατή Μυριβήλη.Από την αδελφή μου που λατρεύει τα ταξίδια και τα βιβλία.. Ένα αυτοβιογραφικό αντιπολεμικό έργο που περιγράφει τον παραλογισμό και την ματαιότητα του Α΄ παγκοσμίου πολέμου. Κυρίως  τη φρίκη του, τόσο επίκαιρη σήμερα, με την πληγή της Συρίας ανοιχτή στη γειτονιά μας, μέσα από τα μάτια ενός φοιτητή – εθελοντή λοχία, του Αντώνη Κωστούλα, ο οποίος άφησε την τελευταία του πνοή στα χαρακώματα πολεμώντας. Μέσα από το ημερολόγιό του λοιπόν, μετά από χρόνια, ο συγγραφέας διαβάζει τις εμπειρίες του νεκρού πλέον νεαρού στρατιώτη, στα χαρακώματα του Α΄ παγκοσμίου πολέμου. Εμπειρίες που είναι φυσικά του ίδιου του συγγραφέα. Η περιγραφή είναι τόσο ρεαλιστική και σκληρή που κόβει την ανάσα. Δεν αντέχεται… Περισσότερο δεν αντέχεται το γεγονός ότι ποτέ δεν διαβάστηκαν από το κορίτσι στο οποίο απευθυνόταν …

<< Σαν τελειώσει με το καλό ο πόλεμος ,θα φυλλομετρούμε καμιά φορά τούτα τα παλιόχαρτα μαζί-μαζί. Θα ΄ χουν αρχίσει πια οι μεγάλες χειμωνιάτικες νύχτες…>>

<<Θα τα΄ αγαπάς και τούτο δω το ντεφτέρι ,που γράφοντάς το όλο και σε συλλογιέμαι. Τούτες τις ξεχωριστές ώρες που η ζωή μου είναι τόσο κοντά στο θάνατο και τα χέρια μου είναι τόσο μακριά απ΄ τα δικά του….>>

<< Έξω από τα συρματοπλέγματά μας, αντίκρυ στο άκρο αριστερό του χαρακώματος που κρατάει ο λόχος μας , είναι ένας πολύ μεγάλος και ρηχός τάφος. Φραντσέζοι, Βούλγαροι και Γερμανοί είναι παραχωμένοι εκεί ανάκατα και πρόχειρα. Κάθε δυο-τρεις μέρες ,σα νυχτώσει καλά , βγάζουμε αγγαρεία και τους ρίχνει χώμα. Κάθε πρωί το βουλγάρικο πυροβολικό βαράει , τους ξεθάβει και ξεβρωμάει ο τόπος. Σαν φυσά από κείνη την μεριά, ο αγέρας μας έρχεται φαρμάκι. Μπαίνει ακόμα και στο στομάχι ,οι άντρες ξερνάνε. Με τις πρώτες οβίδες ξεβγαίνουν από τα χώματα μισολιωμένα χέρια, καβουριασμένα σαν ξερά κλωνιά συκιάς. Μουντζώνουν τον ουρανό ή σηκώνουν τη μαύρη γροθιά στους παρατηρητές μας. Ξεπροβάλλει ακόμα ένα κεφάλι με το κρανίο μισομαδημένο από τα μαλλιά του. Τα σάπια του μάτια κρέμουνται στα μάγουλα σαν να έκλαψαν τους βολβούς αντίς για δάκρυα. Είναι κι ένας Γερμανός ,πολύ νέος ,σαν παιδί του Γυμνασίου φαίνεται. Φορά την κάσκα με το υποσιάγωνο καλά σφιγμένο. Αυτός βγάζει το κεφάλι και κοιτάει το χαράκωμά μας με ακίνητη προσοχή. Οι άντρες της αγγαρείας λέν πως είναι πολύ ωραίος ακόμα και σ΄αυτό το χάλι. Είναι κι ένα πόδι με μια μπότα. Αυτό είναι πάντα ανοικονόμητο. Όσο και να το παραχώσουν δε γίνεται να σκεπαστεί ολότελα. Σαν πέσει οβίδα κάπου εκεί κοντά , το πόδι με την μπότα δίνει μια κλωτσιά και βγαίνει έξω ως το γόνατο. Ειδοποιήσαμε κιόλας δυο φορές τους αντικρινούς  μας με χαρτιά που κρέμασαν οι περίπολές μας να μη βαράν εκεί. Αυτοί τη δουλειά τους.  Λοιπόν όσες φορές πήγα στο παρατηρητήριο και κοίταξα αυτό το θέαμα, ποτές δεν κατόρθωσα να το παραδεχτώ πως μπορεί το χέρι μου, το πόδι μου ,να βρεθεί  σ΄ αυτή την κατάντια. Θαρρώ πως οι καταδικασμένοι , οι προορισμένοι, έχουν κάποια μυστική σφραγίδα, σαν τον κόκκινο σταυρό που σημαδεύουν στο κούτελο τα αρνιά του Πάσχα. Γυρίζω, κοιτάζω τους συντρόφους μου που σαλεύουν ή ακινητούν γύρω μου. Προσπαθώ να ανακαλύψω πάνω στα πρόσωπα τη μυστική σφραγίδα του αρνιού. Κάποτε θαρρώ πως την ξεχωρίζω σε μερικούς. Τότες πηγαίνω κοντά, τους χαρίζω κάτι τιποτένια μικροπράγματα, κανέ τσιγάρο , κανέ κομματάκι σοκολάτα , γίνουμαι τρυφερός μαζί τους. Προπάντων με κείνους που κάποτε έλαχε  ν΄αλλάξω άσκημα λόγια…..>>

<< Το αδειανό χωριουδάκι φωτιζόταν πένθιμα, με τα παράθυρά του ανοιχτά, γεμάτα σκοτάδι. Πέφτουν αναμμένες ρουκέτες  μέσα στα ξερά χορτάρια και μέσα στα στάχυα του μικρού κάμπου, που μάταια ωρίμασαν για τους θεριστάδες. Λείπουν και δε θάρτουν με τα δρεπάνια τους και με τα τραγούδια τους ποτέ πια. Τα στάχυα καίγουνται ώσπου να βαρεθούν να καίγουνται….>>

 <<Συλλογιούμαι τι νάγινε ο πρώτος ενθουσιασμός μας. Πέθανε τάχα από πλήξη ή τονε σκότωσε με το καμουτσί του ο Κωνσταντίνος ο Παλαιολόγος; Ένας είπε μια φορά – Ο ενθουσιασμός είναι σαν τα στρείδια. Τρώγεται μονάχα πολύ φρέσκος.-Αλήθεια. Είναι το μπούγιο. Η κινητήρια δύναμη. Ώσπου να βάλει μπρος η μεγάλη ρόδα. Κατόπι… Κατόπι μπαίνει στη θέση του η Ανάγκη..Παίρνει στα χέρια του το καμουτσί της , και <<να πού σε πονεί, να πού σε σφάζει >>! Το ζήτημα είναι που εμείς οι Ρωμιοί δε μάθαμε ακόμα να κάνουμε πόλεμο χωρίς ενθουσιασμό. Κι αυτή τη φορά , είναι ολότελα άλλο πράγμα. Ο πολεμιστής έγινε ένας χερομάχος κατάδικος. Δουλεύει και περιμένει την ώρα του. Να σκάβεις, να βάζεις σύρματα και να καρτεράς την οβίδα σου……….. Κι εμείς μιλιούνια κατάδικοι, σκάβουμε όλη τη νύχτα, μπήγουμε τις νέες καταβολάδες κι αδειάζουμε το αίμα της καρδιάς μας για να ποτίσουμε το περικοκλάδι του πολέμου, να ριζοβολήσει , να ρίξει κι άλλα βλαστάρια. Δεν είναι παράξενα όλα αυτά; Όμως έτσι είναι, έτσι είναι πραγματικά…>>

<< Κάτω από το πετσί του καθενός μας κάθεται, λέω, υπομονετικά ένας Πεθαμένος. Περιμένει εκεί με την ησυχία και με αξιοπρέπεια την ευκαιρία, πότε να φανερωθεί με τούτη τη βασιλική αταραξία που έχουν τα αιώνια πράγματα. Τον Πεθαμένο αυτόν τον ανακατώνουμε σε πλήθος μπερδεψιές μέσα στα λίγα χρόνια που ζούμε. Τον τραβολογάμε απάνω , κάτω, δεξιά , ζερβά. Όμως αυτός, τσιμουδιά! Απάνω; Κάτω; Δεν πειράζει. ( θα συλλογιέται ) Δεν είναι δα για να βαστάξει πολύ αυτός ο παραδαρμός…>>

Υ.Γ: Κάποια βιβλία ευλογούν τη βιβλιοθήκη μας. Σαν ιερά,  χωράνε πολλές ζωές και χρόνια. Δεν υπάρχουν μόνο γιατί γράφτηκαν αλλά γιατί δεν θα ξαναγραφτούν ποτέ. Τουλάχιστον με τους ίδιους νεκρούς , που αν μη τι άλλο διεκδικούν ένα πρόσωπο και μια ταυτότητα. Η ΖΩΗ ΕΝ ΤΑΦΩ, δεν μιλάει με παραμύθια και παραβολές , όπως λέει ο Σεφέρης στον Τελευταίο Σταθμό. Εδώ η Φρίκη είναι ζωντανή και  κουβεντιάζεται. Είναι αμίλητη και προχωράει. Δεν είναι όμως μόνο η Φρίκη. Είναι η απόσταση που παίρνει ο άνθρωπος απ΄ αυτήν…..
                                                                         
                                                                ΜΑΡΙΑ ΦΟΥΚΑ




Τετάρτη 7 Οκτωβρίου 2015

ΓΙΑΤΡΟΙ ΧΩΡΙΣ ΣΥΝΟΡΑ...




Μοναχικοί φρουροί της αβύσσου
Και ελπίδα χρυσή
Καθενός παραδείσου
Γιατρεύουν πονάνε
Χωρίς να ρωτάνε
Ποιος είσαι τι θέλεις
Ποιοι σε κυνηγάνε.

Στη φωτιά στο χαμό
Και στην κόλαση
Τη δροσιά το λυγμό
Και την όαση
Κουβαλάνε στην πλάτη
Σε γεμάτα φορεία.
Τους βαραίνει
Των ανθρώπων του κόσμου
Η φριχτή αδιαφορία.

Που σκοτώνει αμάχους
Σε κλειστές κατακόμβες
Πιο πολύ από όπλα
Πιο πολύ από βόμβες.

Μες στον κόσμο που τρέχει
Να κρυφτεί δεν αντέχει
Μέσα σ΄όλα τα κράτη
Τιμάτε με ρίσκο
Και με αίμα που τρέχει
Το βαρύτατο  όρκο
Του γιατρού Ιπποκράτη.
                          
  ΜΑΡΙΑ ΦΟΥΚΑ


Υ.Γ: Αμερικανικά βομβαρδιστικά ευθύνονται για το μακελειό που δημιούργησαν σε νοσοκομείο που είχαν στήσει στο Αφγανιστάν οι γιατροί χωρίς σύνορα., με θύματα αμάχους και νοσηλευτικό προσωπικό. Ο πρόεδρος Ομπάμα υποσχέθηκε να διερευνηθεί το ζήτημα και ζήτησε συγγνώμη . Μετά από αυτό βλέπω να τον προτείνουν για το νόμπελ ειρήνης. Και να το παίρνει.

Τρίτη 6 Οκτωβρίου 2015

ΑΠΟΡΙΕΣ....


Ετών εικοσιτέσσερα.
Δεμένος  
Και νεκρός.

Έλεγε παραμύθια
Με την κάμερά του.
Τώρα δε λέει πια.

Ποιο φαγητό του άρεσε
Ποιο αστείο
Ποιο τραγούδι;

Ερωτευμένο
Ποιο τρυφερό κορίτσι
Τον περίμενε;

Μόνο όνειρο
Θα μείνει
Ποιο ταξίδι;

Ποια θάλασσα
Και ποιο
Λαμπρό φεγγάρι;

Στη μάνα του
Ποιο μυστικό
Δεν είπε;

Έκτορας  Πολυνείκης
Λόρκα και Ρήγας
Γκεβάρα και Τσε.

Και οι φονιάδες
Τίποτα
Δεν ξέρουν
Για
Το φόνο…
                         ΜΑΡΙΑ ΦΟΥΚΑ

Υ.Γ: Οι φονιάδες δε φταίνε ποτέ. Είναι φονιάδες. Φταίνε όσοι τους ανέχονται.



Δευτέρα 5 Οκτωβρίου 2015

ΟΧΙ..ΔΕΝ ΜΕ ΒΡΗΚΑΝ....




Το κατάλαβα πως με είχαν δολοφονήσει
Ερεύνησαν τα καφενεία, τα νεκροταφεία και τις εκκλησίες
Έψαξαν τα βαρέλια και τα ντουλάπια
Εσύλησαν τρεις σκελετούς για να τραβήξουν τα χρυσά τους δόντια
Μα δε με βρήκαν
Δεν με βρήκαν;
Όχι, δεν με βρήκαν.

Τραγούδι των σκούρων περιστεριών

Πάνω στα κλωνιά της δάφνης
είδα δυο περιστέρια
Το ένα ήταν ο ήλιος
το άλλο ήταν η σελήνη
«Γειτονόπουλα,τους είπα,
ο τάφος μου πού ‘ναι;»
«Στην ουρά μου,» είπε ο ήλιος.
«Μέσα στο στήθος μου», είπε η σελήνη
Κι εγώ που προχωρούσα
με τη γη στο ζωνάρι
είδα δυο αετούς χιονάτους
και μια ολόγυμνη κοπέλα
Ο ένας ήταν ο άλλος
και η κοπέλα δεν ήταν καμιά
«Αετουδάκια μου, τους είπα,
ο τάφος μου πού’ ναι;»
«Στην ουρά μου», είπε ο ήλιος
«Μέσα στο στήθος μου», είπε η σελήνη
Πάνω στα κλωνιά της δάφνης
είδα δυο περιστέρια γυμνά
Το ένα ήταν το άλλο
και τα δυο δεν ήτανε κανένα.

Υ.Γ:Τα ξημερώματα της 19ης Αυγούστου του 1936, ήρθε το τέλος για τον κορυφαίο ποιητή, ζωγράφο, δραματουργό και θεατρικό σκηνοθέτη, Φεντερίκο Γκαρθία Λόρκα. Εκτελέστηκε στο Βίθναρ της Ισπανίας από παραστρατιωτικούς οπαδούς του Φράνκο που έθαψαν τη σορό του, μαζί με άλλα τρία άτομα που εκτέλεσαν εκείνη την αυγή σε ομαδικό τάφο. Το πτώμα του δεν βρέθηκε ποτέ…………. Σαν να το είχε προβλέψει με τα ποιήματά του.
Τα αφιερώνω στους ρεαλιστές που πιστεύουν ότι ο συμβιβασμός στη ζωή είναι πάντοτε δικαιολογημένος.

Υ.Γ2: Τέλος αφιερώνω αυτούς τους στίχους στους αγαπημένους μου φίλους και συναδέλφους, Γιάννη Κωστόπουλο και Ευαγγελία (Λίτσα) Χουσάκου, που έφυγαν από κοντά μας τόσο πρόωρα ένα χρόνο πριν. Θα τους θυμάμαι πάντα ως άξιους και σπουδαίους γονείς και δασκάλους και ως ρομαντικούς , ονειροπόλους και αισιόδοξους αγωνιστές της ζωής.

                                                               ΜΑΡΙΑ ΦΟΥΚΑ

Σάββατο 3 Οκτωβρίου 2015

ΗΜΟΥΝΑ ΠΑΝΤΑ ΜΕ ΤΟΝ ΕΚΤΟΡΑ...


Τους ακούω να μιλάνε για προσφυγικές ροές, για ρεύματα και εισροές λες και δεν πρόκειται για ανθρώπους που αναγκάστηκαν από τον πόλεμο να εγκαταλείψουν τα σπίτια τους και τη φλεγόμενη χώρα τους. Καθισμένοι στα τηλεοπτικά παράθυρα κίτρινων και φλύαρων δελτίων χασμουριούνται μιλώντας για πνιγμένα παιδιά που οι κακοί διακινητές τα πνίγουν. Η κριτική τους φτάνει μέχρι εκεί. Πουθενά δεν μιλάνε για πόλεμο, για συμφέροντα και μάλιστα αλληλοσυγκρουόμενα στις περιοχές που βομβαρδίζονται από φιλικά πυρά  με τους φορείς των οποίων συνομιλούν σε χλιδάτες δεξιώσεις οι πολιτικοί τους προστάτες. Σιγήν ιχθύος για την τραγωδία που, τι να κάνουμε, έχει και παράπλευρες απώλειες. Νιώθουν ιδιοκτήτες της Ευρώπης που κινδυνεύει να διαβρωθεί από τις ροές και εισροές και ρεύματα..Δεν είναι βέβαια ρατσιστές ούτε φασίστες ούτε κάτι άλλο μαύρο κι άραχλο. Είναι απλώς υποκριτές ,ανιστόρητοι και βλάκες. Ευτυχώς δεν υπάρχουν μόνο αυτοί. Υπάρχουν πολλοί άλλοι που ήτανε πάντα με τον Έκτορα. Όπως τραγουδάει ο αγαπημένος μου Χρήστος Θηβαίος......κι άλλοι που έχουν σημάδια προσφυγιάς και ένα γλυκό φιλί γιαγιάς στο μέτωπό τους… όπως τραγουδούν οι active member


Στίχοι: Γιώργος Ανδρέου
Μουσική: Γιώργος Ανδρέου
Πρώτη εκτέλεση: Χρήστος Θηβαίος


Εσένα σε φωνάζαν Αχιλλέα
μα εγώ αγαπούσα ξέρεις πιο πολύ
εκείνους που η ζωή ξεχνάει μονάχους
χωρίς αγάπη, σπίτι και φιλί

Εσένα σε φωνάζαν Αχιλλέα
ήθελες να 'σαι εσύ ο δυνατός
μα ο κόσμος ο γεμάτος από πόνο
για 'μένα ήτανε φίλος πιο πιστός

Ήμουνα πάντα με τον Έκτορα
που ήξερε πως δεν έχει ελπίδα
μα βγήκε από τα τείχη και πολέμησε
για της ψυχής του την πατρίδα
Ήμουνα πάντα με τον Έκτορα

Εσένα που σε λέγαν Αχιλλέα
σε ξάπλωσε στην άκρη του γιαλού
εκείνη η κρυφή πληγή στη φτέρνα
που λέει το παραμύθι του τυφλού

Κι εμένα με τρομάζει όταν νυχτώνει
το μαύρο που σκεπάζει στην καρδιά
το βλέμμα σου κι εκείνη τη φιλία
που είχαμε σαν ήμασταν παιδιά

Ήμουνα πάντα με τον Έκτορα
που ήξερε πως δεν έχει ελπίδα
μα βγήκε από τα τείχη και πολέμησε
για της ψυχής του την πατρίδα

Ήμουνα πάντα με τον Έκτορα
που ήξερε πως δεν έχει ελπίδα
μα βγήκε από τα τείχη και σκοτώθηκε
για της ψυχής του την πατρίδα
Ήμουνα πάντα με τον Έκτορα.


ΠΡΟΣΦΥΓΑΣ

Κοιτάω ξανά τριγύρω και όλα μοιάζουν ξένα
και να τα αγγίξω δε μπορώ είναι καλά κρυμμένα,
κοιτάω τα σύννεφα και σκέφτομαι ταξίδια,
μα χωρίς φως όλα τα γκρίζα στη ψυχή μου είναι ίδια.
Γι' αυτό τα μάτια χαμηλώνω προς τη γη
και σε καλό μου πάλι να μου βγει,
γιατί κι αυτό το χώμα τώρα που πατάω
δε φταιω εγώ δε μ' έμαθαν να τ' αγαπάω.
Μονάχα σύμβολα τριγύρω και εικόνες
μασόνοι στο σκοτάδι να στήνουνε κανόνες
μια έμμονη ιδέα και μια φοβία
μήπως ποτίσει το μυαλό μου με στημένη βία.
Λόγια πολλά και δεν αντέχω πια
- που είναι η πατρίδα μου εκείνη η γλυκιά
που έχει στη πέτρα χαραγμένο λεει το φως
λες να την ξέχασε για πάντα ο θεός.
Και νιώθω πρόσφυγας εδώ που έχω γεννηθεί
σα τους προγόνους μου εδώ έχω στηθεί
για να ξεπλύνω τύψεις και υποσχέσεις να εκπληρώσω
πόσο ακόμα θα πληρώσω.

Όλα κρατάν καλά κι ο πόνος μεγαλώνει
κι ο φόβος το όνειρό μου συνέχεια πληγώνει
κάνοντας ακόμα πιο βαριά τη μοναξιά μου
στον τόπο αυτό που δανεική είναι κι η χαρά μου.
Στο τόπο αυτό που τα δάκρυα μοιάζουν δώρα
και σκεπασμένη μένει η αλήθεια από το τώρα
ακούω πολλούς να νοιάζονται για μένα
μα όλα τα λόγια πάντα μένουνε θαμμένα.
Γιατί οι σκιές είναι τριγύρω μου πολλές
να βασανίζουν το μυαλό μου με το χθες
γνωστές εικόνες παλιές ελπίδες
μητέρα η πατρίδα κι ας μην την είδες.
Κι ας μη σ' αγκάλιασε ποτέ κοντά της έλα
κλείσε τα μάτια στα χτυπήματα και γέλα
είναι ιερός μας λένε πάντα ο σκοπός
και για να νοιώσουμε το φως.
Πρέπει να κάνουμε συνέχεια υπομονή
για ένα μέλλον λεει καλό που θα φανεί
μα τους βαρέθηκα όλους που να 'ναι ο θεός,
λες να 'ναι πρόσφυγας κι αυτός.

Έχω σημάδια προσφυγιάς και το γλυκό φιλί γιαγιάς στο μέτωπό μου.
Έχω τον πόνο αδελφό και ένα όνειρο κρυφό για φυλακτό μου.
Κάτω απ' τον ήλιο χωρίς φως, για μένα γκρίζος ο ουρανός κι όμως υπάρχω.
Παίρνω κουράγιο τραγουδώ, για όλα αυτά που αγαπώ χωρίς να τα 'χω.
                                                 ΣΤΙΧΟΙ – ΜΟΥΣΙΚΉ – ΕΚΤΈΛΕΣΗ
                                                            ACTIVE MEMBER.

Υ.Γ : Σπουδαίοι στίχοι …Σπουδαίοι άνθρωποι..Παίρνω κουράγιο τραγουδώ , για όλα αυτά που αγαπώ χωρίς να τα χω…..

                                                                                       ΜΑΡΙΑ ΦΟΥΚΑ.

Πέμπτη 1 Οκτωβρίου 2015

ΜΕΤΕΒΛΗΘΗ ΕΝΤΟΣ ΜΟΥ ΚΑΙ Ο ΡΥΘΜΟΣ ΤΟΥ ΚΟΣΜΟΥ...


ΣΤΙΧΟΙ ΤΟΥ ΦΡΕΝΟΚΟΜΕΙΟΥ

Μέσ' στα στήθια η συμφορά
σαν το κύμα πλημμυρά,
σέρνω το βαρύ μου βήμα 
σ' ένα μνήμα !
Σαν μ' αρπάχθηκε η χαρά
που εχαιρόμουν μια φορά
έτσι σε μιαν ώρα. ....
μέσ' σ' αυτήν την χώρα
όλα άλλαξαν τώρα !

Κι' από τότε που θρηνώ
το ξανθό και γαλανό 
και ουράνιο φως μου,
μετεβλήθη εντός μου 
και ο ρυθμός του κόσμου.

Μέσ' στα στήθια η συμφορά
σαν το κύμα πλημμυρά,
σέρνω το βαρύ μου βήμα 
σ' ένα μνήμα. . . .

Τον σταυρό τον αψηλό
αγκαλιά, γλυκοφιλώ
το μυριάκριβο όνομά της,
κι' απ' τα χώματά της
η φωνή της η χρυσή
με καλεί «έλα και συ
δίπλα στο ξανθό παιδί σου
και κοιμήσου ! »

Το τραγικό τέλος ενός μεγάλου λογοτέχνη Γ. Βιζυηνού 
στο “Δρομοκαΐτειο Φρενοκομείο” το 1896

Υ.Γ1:  Οι τρυφεροί άνθρωποι συνήθως λοξοδρομούν από τις  σιδερένιες ράγες της λογικής που χαράζει την πέτρα. Που κόβει φέτες την απόλυτη και μόνη αλήθεια της και μας την δίνει να την καταπιούμε αμάσητη. Που ευυπόληπτη και απαστράπτουσα  θαμπώνει κάθε άλλη επιλογή και σκέψη. Η λογική της πυγμής και της συντεταγμένης επίθεσης σε κάθε τι που είναι διαφορετικό και γενναίο στη μοναξιά και στη σιωπή του. Πόσοι άνθρωποι χαρακτηρισμένοι με επιστημονικές ορολογίες  ζουν ανάμεσά μας χωρίς  να τους αναγνωρίζεται καν  η προσπάθεια να κατανοήσουν την όποια λογική μας..Που πάσχουν και…. ανάξια παθαίνουν αβοήθητοι από ένα κράτος που αρνείται να τους δει και να κατανοήσει τις ανάγκες τους. Που αναγκάζονται να κρύβονται για να μην στιγματιστούν αυτοί και οι δικοί τους , να εργάζονται σε συνθήκες απαράδεκτες για την ιδιαιτερότητα της όποιας πάθησής τους ,έρημοι από φίλους ακόμα και από συγγενείς. Σε κλινικές στοιβαγμένοι χωρίς επισκεπτήριο, σε σπίτια που δε χτυπά το τηλέφωνο, σε  σκυθρωπά γραφεία που τους λένε άχρηστους. Ο Γεώργιος Βιζυηνός με την ιδιαίτερη γοητεία στη γραφή και στην αφήγηση , ο  βαθύς γνώστης της ψυχής των ανθρώπων που κρύβουν μέσα τους μια πληγή που αιμορραγεί και λερώνει τα κυριακάτικά τους ρούχα, ο συγγραφέας της ποιητικής απόδοσης της Τέχνης του και της Ζωής του, μέσα στο Δρομοκαΐτειο Ψυχιατρείο γράφει τους παραπάνω εκπληκτικούς στίχους της απόγνωσης.....

Υ.Γ2: Αυτά τα λόγια τα αφιερώνω σε όλους όσους βρίσκονται ή βρέθηκαν κάποτε δίπλα σε ψυχικά πάσχοντες συνανθρώπους μας..Που νίκησαν ή και ηττήθηκαν στην προσπάθειά τους να τους βοηθήσουν ….

                                                       ΜΑΡΙΑ ΦΟΥΚΑ.