Ετικέτες
αγαπημένα κείμενα....
(223)
ΑΝΑΚΟΙΝΩΣΕΙΣ-ΣΧΟΛΙΑ
(679)
λογοτεχνικές φωνές
(39)
οι εργασίες -διδασκαλίες μου
(6)
τα βίντεό μου
(141)
Τα παραμύθια μου.
(13)
ΤΑ ΠΕΖΑ ΜΟΥ
(47)
τα ποιήματα μου
(260)
ΤΟ ΘΕΑΤΡΙΚΟ ΜΟΥ
(10)
Δευτέρα 22 Ιουνίου 2015
Παρασκευή 19 Ιουνίου 2015
Ο ΕΥΘΡΑΥΣΤΟΣ ΠΟΙΗΤΗΣ.......
ΓΙΩΡΓΟΣ ΣΑΡΑΝΤΑΡΗΣ :1908-1941
• Ένας καινούριος, ένας παρείσακτος είχε
σηκωθεί και μιλούσε. Τον βλέπαμε όλοι μας για πρώτη φορά. Μέτριος στο ανάστημα,
με αραιά μαλλιά, και χοντρά μυωπικά γυαλιά, τσίριζε περισσότερο παρά που
μιλούσε, ορθός στις μύτες των ποδιών, με τις φλέβες του λαιμού φουσκωμένες και
το καρύδι πεταχτό πάνω από ένα κακοκουμπωμένο πουκάμισο. Η φωνή του ένρινη και
οξεία, πρόδιδε φανερά την ιταλική της προέλευση. Ήταν ο Γιώργος Σαραντάρης, και
είχε φτάσει λίγο καιρό πριν, για να κάνει τη στρατιωτική του θητεία, από το Πανεπιστήμιο
της Macerata. Όταν μου είπαν ότι έγραφε ποιήματα, προσθέτοντας το επίθετο
«παράξενα», κάτι σκίρτησε μέσα μου. Σκέφθηκα πόσο θα'ταν ωραίο αν κι αυτός ο
τόσο σπουδαίος, που μπορούσε να τα βάλει με αληθινούς φιλοσόφους, ήταν ένα
ομοϊδεάτης κι ερχόταν να προστεθεί στην παράταξη που, με την ανυπόμονη φαντασία
μου, έβλεπα κιόλας να σχηματίζεται στην Ελλάδα. Ήμουν, όπως και για τους
άλλους, ένα φίλος, ένα θαυμαστής των νέων τρόπων στην Ποίηση, και τίποτε άλλο.
Έβγαλε αμέσως από την τσάντα του ένα μικρούτσικο βιβλιαράκι και μου το χάρισε. Ήταν οι Αγάπες του Χρόνου. Ένας άλλος τρόπος να βλέπεις και να στοχάζεσαι τα πράγματα, το αναποδογύρισμά τους και η ίσια τους μεριά, ταυτόχρονα κι αξεχώριστα. Πολύ γρήγορα γίναμε φίλοι. Στ' αυτιά μου αντηχεί ακόμα η φωνή του η ιδιότυπη, που ήξερε τόσο καλά να απομονώνει τους ωραίους στίχους, να τους γεύεται ώρα πολύ και να τους ακολουθεί σ' όλες τους τις προεκτάσεις.
Δεν έχω γνωρίσει, θα' θελα να το διακηρύξω, μορφή πνευματικού ανθρώπου αγνότερη από τη δική του. Άπραγος, αδέξιος, ανίκανος για οτιδήποτε πρακτικό, ζούσε με το τίποτε, και δεν του χρειαζότανε τίποτε άλλο έξω από την Ποίηση. Δηλαδή, το αντίθετο ακριβώς απ' αυτό που ονειρεύονται οι αστοί για τα παιδιά τους. Έτσι όμως είχε φθάσει ως το σημείο να μπορεί να υψώνει τα μεγάλα του ασθενικά μάτια ως τις πλατωνικές Ουσίες. Η παρουσία του εκείνη την εποχή εκείνη, νομίζω, ήταν καίρια. Επιτέλους, να κάποιος αδικημένος από τη φύση, φτωχός, έρημος, που έστρεφε το κάτοπτρο από την ύβρι της ζωής προς το θαύμα της. Και με πίστη, με πεποίθηση, με δύναμη που μόλις χωρούσε στο λιγοστό του σώμα. Οι μέρες του ήταν γεμάτες εργασία. Ήταν οι πέτρες που χρησιμοποιούσε για να χτίσει την ηθική του προσωπικότητα - και αυτό είναι που του έδωσε κάποτε το μεγάλο θάρρος να καταγγείλει την παρακμή και ν' αποτείνει προς τον θεοποιημένο Καβάφη το αγέρωχο ερώτημα «αγάπησες ποτέ σου μια Ρωξάνη;».
Οδυσσέας Ελύτης (για το Γιώργο Σαραντάρη), Ανοιχτά Χαρτιά, εκδ. Ίκαρος, Αθήνα 2000
Έβγαλε αμέσως από την τσάντα του ένα μικρούτσικο βιβλιαράκι και μου το χάρισε. Ήταν οι Αγάπες του Χρόνου. Ένας άλλος τρόπος να βλέπεις και να στοχάζεσαι τα πράγματα, το αναποδογύρισμά τους και η ίσια τους μεριά, ταυτόχρονα κι αξεχώριστα. Πολύ γρήγορα γίναμε φίλοι. Στ' αυτιά μου αντηχεί ακόμα η φωνή του η ιδιότυπη, που ήξερε τόσο καλά να απομονώνει τους ωραίους στίχους, να τους γεύεται ώρα πολύ και να τους ακολουθεί σ' όλες τους τις προεκτάσεις.
Δεν έχω γνωρίσει, θα' θελα να το διακηρύξω, μορφή πνευματικού ανθρώπου αγνότερη από τη δική του. Άπραγος, αδέξιος, ανίκανος για οτιδήποτε πρακτικό, ζούσε με το τίποτε, και δεν του χρειαζότανε τίποτε άλλο έξω από την Ποίηση. Δηλαδή, το αντίθετο ακριβώς απ' αυτό που ονειρεύονται οι αστοί για τα παιδιά τους. Έτσι όμως είχε φθάσει ως το σημείο να μπορεί να υψώνει τα μεγάλα του ασθενικά μάτια ως τις πλατωνικές Ουσίες. Η παρουσία του εκείνη την εποχή εκείνη, νομίζω, ήταν καίρια. Επιτέλους, να κάποιος αδικημένος από τη φύση, φτωχός, έρημος, που έστρεφε το κάτοπτρο από την ύβρι της ζωής προς το θαύμα της. Και με πίστη, με πεποίθηση, με δύναμη που μόλις χωρούσε στο λιγοστό του σώμα. Οι μέρες του ήταν γεμάτες εργασία. Ήταν οι πέτρες που χρησιμοποιούσε για να χτίσει την ηθική του προσωπικότητα - και αυτό είναι που του έδωσε κάποτε το μεγάλο θάρρος να καταγγείλει την παρακμή και ν' αποτείνει προς τον θεοποιημένο Καβάφη το αγέρωχο ερώτημα «αγάπησες ποτέ σου μια Ρωξάνη;».
Οδυσσέας Ελύτης (για το Γιώργο Σαραντάρη), Ανοιχτά Χαρτιά, εκδ. Ίκαρος, Αθήνα 2000
Δὲν εἴμαστε ποιητές
Δὲν εἴμαστε ποιητὲς
Σημαίνει ἐγκαταλείπουμε τὸν ἀγῶνα
Παρατᾶμε τὴ χαρὰ στοὺς ἀνίδεους
Τὶς γυναῖκες στὰ φιλιὰ τοῦ ἀνέμου
Καὶ στὴ σκόνη τοῦ καιροῦ
Σημαίνει πὼς φοβόμαστε
Καὶ ἡ ζωή μας ἔγινε ξένη
Ὁ θάνατος βραχνάς.
Σημαίνει ἐγκαταλείπουμε τὸν ἀγῶνα
Παρατᾶμε τὴ χαρὰ στοὺς ἀνίδεους
Τὶς γυναῖκες στὰ φιλιὰ τοῦ ἀνέμου
Καὶ στὴ σκόνη τοῦ καιροῦ
Σημαίνει πὼς φοβόμαστε
Καὶ ἡ ζωή μας ἔγινε ξένη
Ὁ θάνατος βραχνάς.
Μόλις πεθάνει
Μόλις πεθάνει
Ἡ ἀγάπη Θέλει σιωπὴ μεγάλη Γιὰ νά ῾βρει στὴν ἄκρη τοῦ πόνου Τὴν περίφημη λίμνη Τὴ λήθη. |
|
Φύλλα δέντρου
Φτερὰ πουλιοῦ Ἄνεμος Ἔπειτα θάλασσα Κύματα Χρόνος γαλάζιος Ὁρίζοντες παντοῦ Καὶ μπροστά μας Ὁ οὐρανός |
Υ.Γ:
Ο Γιώργος Σαραντάρης δεν μιλούσε ωραία. Δεν ήταν όμορφος ούτε γοητευτικός . Η ασθενική του ματιά δεν πρόδιδε
καμιά ποιητική και καλλιτεχνική σπίθα .
Δεν υπήρξε ευτυχής σύζυγος, πατέρας ή... ήρωας με την στενή ή ευρεία έννοια του
όρου. Δεν ήταν παράδειγμα προς μίμηση ούτε για τους ομότεχνούς του που
χαρακτήριζαν τα ποιήματά του παράξενα… .Είχε όμως ένα
ιδιότυπο θράσος να φαντάζεται πως η ζωή δεν είναι τίποτε άλλο παρά ευκαιρία για
να ανατρέψεις τα δεδομένα των αισθήσεων με εκείνα των αισθημάτων. Έριξε άγκυρα
σε λιγοστά λιμάνια..Τον τραβούσαν οι φουρτούνες..Ολιγόζωος… Ποιητής του αλμυρού
νερού που πνίγει, ταξιδεύει, δροσίζει, γίνεται σπίτι για γοργόνες και ξωτικά… Ήρθε
καιρός που έφυγε το ίδιο αθόρυβα όπως όλοι όσοι έχουν αφήσει πίσω τους σπουδαίο
έργο να μιλήσει γι αυτούς… Και να κλάψει…
ΜΑΡΙΑ ΦΟΥΚΑ
Κυριακή 14 Ιουνίου 2015
ΣΤΑ ΚΑΦΕΝΕΙΑ..... ΕΝΑ ΔΙΑΦΟΡΕΤΙΚΟ...
ΚΑΦΕΝΕΙΟ ΘΡΕΤΤΑΝΕΛΟ : ΕΝΑ ΔΙΑΦΟΡΕΤΙΚΟ ΚΑΦΕΝΕΙΟ (ΠΑΡΘΕΝΙΟΥ 11, ΠΑΤΡΑ)
Ὁ Ῥωμηός
Στὸν καφενὲ ἀπ᾿ ἔξω σὰν μπέης ξαπλωμένος,
τοῦ ἥλιου τὶς ἀκτῖνες ἀχόρταγα ρουφῶ, καὶ στῶν ἐφημερίδων τὰ νέα βυθισμένος, κανέναν δὲν κοιτάζω, κανέναν δὲν ψηφῶ.
Σὲ μία καρέκλα τὅνα ποδάρι μου τεντώνω,
τὸ ἄλλο σὲ μίαν ἄλλη, κι ὀλίγο παρεκεῖ ἀφήνω τὸ καπέλο, καὶ ἀρχινῶ μὲ τόνο τοὺς ὑπουργοὺς νὰ βρίζω καὶ τὴν πολιτική.
Ψυχή μου! τί λιακάδα! τί οὐρανὸς ! τί φύσις !
ἀχνίζει ἐμπροστά μου ὁ καϊμακλῆς καφές, κι ἐγὼ κατεμπνευσμένος γιὰ ὅλα φέρνω κρίσεις, καὶ μόνος μου τὶς βρίσκω μεγάλες καὶ σοφές.
Βρίζω Ἐγγλέζους, Ρώσους, καὶ ὅποιους ἄλλους θέλω,
καὶ στρίβω τὸ μουστάκι μ᾿ ἀγέρωχο πολύ, καὶ μέσα στὸ θυμό μου κατὰ διαόλου στέλλω τὸν ἴδιον ἑαυτό μου, καὶ γίνομαι σκυλί.
Φέρνω τὸν νοῦν στὸν Διάκο καὶ εἰς τὸν Καραΐσκο,
κατενθουσιασμένος τὰ γένια μου μαδῶ, τὸν Ἕλληνα εἰς ὅλα ἀνώτερο τὸν βρίσκω, κι ἀπάνω στὴν καρέκλα χαρούμενος πηδῶ.
Τὴν φίλη μας Εὐρώπη μὲ πέντε φασκελώνω,
ἀπάνω στὸ τραπέζι τὸν γρόθο μου κτυπῶ... Ἐχύθη ὁ καφές μου, τὰ ροῦχα μου λερώνω, κι ὅσες βλαστήμιες ξέρω ἀρχίζω νὰ τὶς πῶ.
Στὸν καφετζῆ ξεσπάω... φωτιὰ κι ἐκεῖνος παίρνει.
Ἀμέσως ἄνω κάτω τοῦ κάνω τὸν μπουφέ, τὸν βρίζω καὶ μὲ βρίζει, τὸν δέρνω καὶ μὲ δέρνει, καὶ τέλος... δὲν πληρώνω δεκάρα τὸν καφέ.
ΓΕΩΡΓΙΟΣ
ΣΟΥΡΗΣ
ΟΤΑΝ ΜΙΛΟΥΝ…
Όταν μιλούν στα καφενεία
για έρωτα κι ελευθερία και τέτοια πως να τους πεις για τον ερειπωμένο έρωτα που αντιστέκεται ακόμα και στην απομόνωση, για τη δικαιοσύνη που φτιάχνεται στο χάος χιλιάδων προσβολών και παραβάσεων, πως να τους πεις για λευτεριά που μοναχά κερδίζεται μεσα απ' το βάθος των αποπνικτικών δεσμωτηρίων
ΤΙΤΟΣ
ΠΑΤΡΙΚΙΟΣ
|
Παρασκευή 12 Ιουνίου 2015
ΕΚΛΕΙΣΕ ΤΗΝ ΠΟΡΤΑ ΠΙΣΩ ΤΟΥ!!!
Σουρούπωνε. Σαν σε
ασπρόμαυρη ταινία η μέρα έριχνε τους τίτλους τέλους της..Έξω έπεφτε βροχή.
Αραιά και που ακούγονταν κόρνες από αυτοκίνητα που προσκαλούσαν τη νύχτα σε
αγώνα δρόμου. Προχώρησε προς την πόρτα γονατιστός. Η ανάσα του σχεδόν άγγιξε το
σκαλιστό ασημένιο πόμολο της κλειστής πόρτας. Είχε περάσει από σαράντα κύματα
.Συναισθηματικές ανατροπές και διαψεύσεις ,ανισόρροπες ισορροπίες και προκλητικούς
πυροβολισμούς με σιγαστήρα .Είχε διασύρει την κοινή λογική του αποδεχόμενος
ακόμα και το πέταγμα του συμπαθητικού και καλοκάγαθου τετράποδου…. Είχε προσπαθήσει
να συμβιβάσει τα ασυμβίβαστα. Πλέον είχε πάρει αποφάσεις..Σηκώθηκε στα πόδια
του. Άγγιξε το πόμολο που του μετέφερε τη θερμοκρασία παγετώνα. Με μια αποφασιστική
κίνηση που θα την ζήλευαν καμικάζι άνοιξε και έκλεισε την πόρτα πίσω του……
ΜΑΡΙΑ ΦΟΥΚΑ
Τρίτη 9 Ιουνίου 2015
Σάββατο 6 Ιουνίου 2015
ΤΟ ΔΕΝΤΡΟ ΠΟΥ ΕΚΡΥΒΕ ΤΟ ΔΑΣΟΣ...
Μια φορά και έναν καιρό
σε μια μακρινή πολιτεία του Βορρά ζούσε
ένα δέντρο που έκρυβε το δάσος. Όλοι το ήξεραν με αυτό το όνομα .Φυσικά όχι
τυχαία. Ήταν πελώριο και φουντωτό με χοντρό κορμό και γυαλιστερά φύλλα. Οι ρίζες
του άπλωναν το βασίλειό τους βαθιά μέσα στη γη, ραγίζοντας βράχους και πέτρες και
χορηγώντας ζωή με το πολύτιμο νερό στο
περήφανο δέντρο. Στεκόταν λοιπόν με αυτοπεποίθηση στην άκρη του δάσους και έκλεβε όλα τα
βλέμματα των κάθε λογής επισκεπτών που συνήθιζαν να αποδεικνύουν την μεγάλη αγάπη
τους στη φύση με μακρινές στοχαστικές βόλτες στο απέραντο πράσινο του
παραπονεμένου δάσους.
Κι ήταν πράγματι πολύ παραπονεμένο
εκείνο το δάσος της πολιτείας του Βορρά. Ενώ ήταν μια ανεξάντλητη πηγή ζωής για
δεκάδες ποικιλίες ζώων, μικρών και μεγάλων, περικλείοντας όλα τα είδη των πιο
μαγευτικών δέντρων που λικνίζονταν σαν χορευτές στο παραμικρό φύσημα του ανέμου,
οι επισκέπτες στέκονταν με δέος και θαυμασμό στην άκρη του, παγιδευμένοι, λες ,από
την γοητεία του δέντρου που έκρυβε πάντα το δάσος..Κι επειδή καλό είναι οι
δημοκρατικές διαδικασίες να συνηθίζονται και στον κόσμο των παραμυθιών , όλοι
οι κάτοικοι του παραπονεμένου δάσους έκαναν συνέλευση για να πάρουν αποφάσεις
για την αντιμετώπιση αυτής της περίτρανης αδικίας. Αυτοσυγκεντρώθηκαν και με τη
βοήθεια του ανέμου που μεταφέρει τις φωνές των ακίνητων δέντρων, αφού
διατύπωσαν τη γνώμη τους, συμφώνησαν τελικά στο εξής. Θα μετέφεραν το παράπονό
τους στο περιβόητο δέντρο και θα του έδιναν τρεις μέρες διορία να αναλάβει τις
ευθύνες του .
Πολύ στενοχωρήθηκε το γοητευτικό
δέντρο. Δεν ήταν αναίσθητο . Θεώρησε μάλιστα πολύ δίκαιο το παράπονο του
δάσους..Αλλά τι μπορούσε να κάνει; Εκεί που σκεφτόταν πιθανές λύσεις και
τρόπους να αντιμετωπίσει το πρόβλημα, άκουσε άθελά του μια συζήτηση προσγειωμένη
στις ρίζες του..Έσκυψε να δει. Ένας μικρός περιηγητής έλεγε στη μητέρα του. Τι
ωραίο δέντρο! Πόσο θα΄θελα να μείνω εδώ για πάντα! Πράγματι , απάντησε η μητέρα του… Κοίταξε
όμως ..Αν στρίψεις λίγο πιο κει το κεφάλι σου ,αλλάζοντας την οπτική σου, θα
αντικρίσεις το πιο όμορφο δάσος ..Αυτό το δέντρο που θαυμάζεις είναι μόνο ένα
μέρος του… Ο μικρός συμφώνησε αλλάζοντας
με εμπιστοσύνη την οπτική γωνία του ..Και αποζημιώθηκε δεόντως..
Το δέντρο που έκρυβε το δάσος αμέσως
κατάλαβε ότι δεν ήταν δική του ευθύνη να αλλάξει την πραγματικότητα..Ο άνθρωπος
πάντα είναι αυτός που επιλέγει την οπτική του γωνία στα πράγματα και έχει την
ευθύνη αυτής της επιλογής. Μάλιστα ο άνθρωπος είναι οι επιλογές του..Η βιασύνη,
το συμφέρον και η ιδιοτέλεια, η ανασφάλεια και η απαισιοδοξία είναι μερικοί παράγοντες που διαμορφώνουν την
οπτική γωνία των ανθρώπων..Αλλά και η μετριοπάθεια ,η δικαιοσύνη ,η αισιοδοξία
,η καλοσύνη και η αγάπη …Η οπτική γωνία των ανθρώπων …..Το δέντρο απάντησε με
θάρρος στο παραπονεμένο δάσος πως το μόνο που θα μπορούσε να κάνει είναι να ευχηθεί
οι άνθρωποι να επιλέγουν πάντα την σωστή οπτική γωνία..Αλλά για καλό και για
κακό θα κρεμούσε στον κορμό του και μια ταμπέλα που θα έλεγε..<<Εσύ που
με θαυμάζεις ,μάθε ότι δεν θα υπήρχα χωρίς το δάσος που κρύβω >>
ΜΑΡΙΑ ΦΟΥΚΑ
Υ.Γ: Το αφιερώνω στη μητέρα μου και στη σοφή οπτική
γωνία με την οποία βλέπει και παλεύει τα
πράγματα …….
Πέμπτη 4 Ιουνίου 2015
ΜΝΗΜΕΣ ΑΠΟ ΤΟ ΔΙΣΤΟΜΟ..ΙΟΥΝΗΣ ΤΟΥ 1944...
Η μέρα έσβησε από νωρίς τον ήλιο.
Αγνάντευε σκοτάδια.
Πνιγόταν σε ένα σύννεφο καπνούς.
Η μέρα αυτή που χάραξε.
Δεν είχε μυρωδιές και άνθη.
Ζωγράφιζε λυγμούς.
Χυνόταν μάταια σε κόμπους δάκρυα.
Η μέρα αυτή που χάραξε.
Είχε ένα κρύο απ΄ το πρωί η μέρα.
Ζέσταινε πυρετούς.
Έφερνε θάνατο χωρίς εσένα.
Η μέρα αυτή που χάραξε.
Πάντα την κουβαλώ αυτή τη μέρα.
Τη μέρα αυτή που χάραξε.
ΜΑΡΙΑ ΦΟΥΚΑ
Υ.Γ: Το ποίημα αυτό
είχε άλλον αποδέκτη …Επέλεξα να το δημοσιεύσω ως αφιέρωμα στο μαρτυρικό Δίστομο. Είναι εκπληκτικό πώς ταιριάζουν οι
πληγές των ανθρώπων…..
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)












