Τρίτη 7 Οκτωβρίου 2014

ΜΕΛΠΩ ΑΞΙΩΤΗ ( 1905- 1973): ΜΙΑ ΣΠΟΥΔΑΙΑ ΓΥΝΑΙΚΑ ΤΗΣ ΤΕΧΝΗΣ ΚΑΙ ΤΗΣ ΖΩΗΣ...



    
    
   
            Με αφορμή το απόσπασμα << Από δόξα και θάνατο >> της Μέλπως  Αξιώτη, το οποίο ανήκει στο μυθιστόρημά της Εικοστός αιώνας (1946) και υπάρχει στο βιβλίο Νεοελληνικών Κειμένων της Β΄ Γυμνασίου ,θα θελα να γράψω δυο σκέψεις για αυτή τη σπουδαία συγγραφέα και αγωνίστρια της Αντίστασης και της Ζωής. Πνεύμα ατίθασο και σπινθηροβόλο ενώ η πλούσια οικογενειακή της καταγωγή θα της εξασφάλιζε άνετη και ασφαλή ζωή , προτίμησε να ζήσει όπως εκείνη ήθελε .  Εντάχθηκε σε ένα χώρο εχθρικό της τάξης της ,την Αριστερά ,και τον υπερασπίστηκε με πάθος. Τόσο με τα έργα της ,όσο και με τις επιλογές της. Μπήκε στην Αντίσταση στη διάρκεια της Γερμανικής Κατοχής διακινδυνεύοντας τη ζωή της με χιλιάδες άλλους απλούς Έλληνες που πεινούσαν ,υπέφεραν μα δεν λύγισαν. Στην περίοδο του Εμφυλίου πάλι για τις ιδέες της αναγκάστηκε να εγκαταλείψει την Ελλάδα. Επέστρεψε το 1964. Πολυγραφότατη, με πένα πρωτοπόρα ,σπάει παραδοσιακές φόρμες γραφής και έκφρασης . Όπως στη ζωή της έτσι και στην Τέχνη της ανέτρεψε τα δεδομένα αδιαφορώντας για τις συνέπειες. Ο Γρηγόρης Ξενόπουλος ,για τις Δύσκολες Νύχτες, το έργο με το οποίο η Μέλπω Αξιώτη πρωτοεμφανίστηκε το 1938, έγραψε ότι για τα επόμενα πεντακόσια χρόνια θα αποτελεί αξεπέραστο πρότυπο της Νεοελληνικής Λογοτεχνίας.
        Στο τέλος της ζωής της πέθανε πάμφτωχη. Δεν ενδιαφέρθηκε ποτέ να εξαργυρώσει αγώνες και θυσίες ,να επικαλεστεί και να πιαστεί από το πλούσιο παρελθόν της το οποίο είχε προ πολλού εγκαταλείψει. Και ο καλός θεός που στέκεται πάντα δίπλα σε ανθρώπους αγνούς ,ανιδιοτελείς και γενναίους όπως η Μέλπω Αξιώτη  της  έδωσε στα τελευταία της χρόνια τον τρόπο να ξεχάσει ό,τι την πλήγωνε βαθιά. Την Ελλάδα της Δικτατορίας και της σήψης. Έπαθε δηλαδή μια μορφή άνοιας. Οι γιατροί την είπαν προϊούσα αμνησία. Εγώ τη λέω απλώς ένα δώρο στη γυναίκα που αγωνίστηκε μια ζωή να ζει με συνέπεια και πίστη στις ανθρωπιστικές της ιδέες . Ένα τρόπο να δραπετεύσει από όσα στην Ελλάδα της ήταν αβάστακτα πια.
              Σε όλες τις γυναίκες της Αντίστασης, ανώνυμες κα επώνυμες ,διανοούμενες και γυναίκες του μόχθου, τις οποίες άξια εκπροσωπεί η Μέλπω Αξιώτη, αφιερώνω με σεβασμό και αγάπη το ποίημά μου αυτό.
  
Γυναίκες της αντίστασης………

Βιαστικά βήματα μες στα στενά σοκάκια όταν τελειώνει η κυκλοφορία..
Λεπτοκαμωμένα, μικρά πατήματα, στου ξυραφιού την κόψη……..
Μάτια φλογισμένα ,στα δίχτυα του θανάτου  ή πίσω από τα κάγκελα…
Άλικο αίμα στα σκοπευτήρια των μαύρων επετείων και των αναμνήσεων..
Παιδιά της κούνιας ορφανά, παρατημένα μόνα, για ένα όνειρο….
Όνειρα, γάμοι, έρωτες ,φιλίες, λουλούδια πατημένα κάτω……
Εσείς , γυναίκες της αντίστασης, με επισημότητα καταδεχτείτε ….
των σύγχρονων Ελλήνων την υποταγή, ως  τελευταίο βόλι στην πληγή σας..
Υπάρχουν και χειρότερα θα πείτε… Να ζεις απλώς ,χωρίς να ζεις,…
                                                                                          
                                                                                ΜΑΡΙΑ ΦΟΥΚΑ


ΠΡΟΑΙΣΘΗΣΕΙΣ....

Με χτύπο τρομερό έφυγε η μέρα.
Πισώπλατα  σχεδίασε  παγίδες.
Πουλιά οι ώρες σκαρφαλώνουν
Στα δέντρα των ονείρων. Πετούν
Ανάλαφρα. Βαριές μικρές ανάσες
 Βγάζουν. Μέγιστες ώρες της φυγής.
Τότε που ακροβατούν οι αντοχές
Κι  οι μνήμες. Σε ένα λεπτό σκοινί.
Τη δύναμή σου προσμετρώντας.
                          
                 ΜΑΡΙΑ ΦΟΥΚΑ


Η ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑ....

Με φωτογένεια γλυκά χαμογελάς .
Υφαίνεις με νοήματα ηχηρά τις λέξεις.
Ετούτες σκίζουν το χαρτί. Εκτοξεύονται.
Πράσινοι δρόμοι ανοίγονται μπροστά σου.
Τους περπατάς ακίνητος στη θέση σου.
 Εδώ  άλλοι νόμοι λειτουργούν. Άλλες
 Βαρύτητες . Αλλάζουν την αιώνια μοίρα
Όλων αυτών που μια στιγμή ανύποπτη
 Να ζήσουν μια σιωπηλή ζωή καταδικάζονται.
                                
                                       ΜΑΡΙΑ ΦΟΥΚΑ



Δευτέρα 6 Οκτωβρίου 2014

ΔΙΚΑΙΩΜΑ.....


Ένα καράβι άσπρα πανιά ισορροπεί σε βράχο.
Έκρυβε κάποιο μυστικό και απόμεινε μονάχο.
Δεν ήθελε τη θάλασσα, αρνιόταν τα ναυάγια
Δε δέχτηκε τη μοίρα του, ανέβηκε στα πλάγια.

Καράβι είσαι .Μη ξεχνάς φουρτούνες ταξιδεύεις.
Εσύ δεν είσαι της στεριάς. Γιατί μπελά γυρεύεις;
Τα αυτιά του κλείνει. Δικαίωμα διεκδικεί να έχει
Να αλλάξει ό,τι δεν άλλαξε. Να βρέχει όταν δε βρέχει.
                                        
                      ΜΑΡΙΑ ΦΟΥΚΑ

Υ.Γ: Το αφιερώνω σε όλους τους τολμηρούς ανθρώπους.
         


Σάββατο 4 Οκτωβρίου 2014

ΚΑΛΟ ΤΑΞΙΔΙ ΑΓΑΠΗΜΕΝΕ ΦΙΛΕ ΓΙΑΝΝΗ ΚΩΣΤΟΠΟΥΛΕ......

Ο Γιάννης Κωστόπουλος έφυγε με αξιοπρέπεια. Όχι όμως αμαχητί. Όπως συνήθιζε στη ζωή του να δίνει σκληρές μάχες για τα πάντα, έτσι και τώρα πάλεψε σκληρά. Για τα παιδιά του, για όλους όσους αγαπούσε. Τώρα η θύμησή του όπως ήταν όρθιος, υγιής ,αγωνιστής , ευγενικός και χαμογελαστός πάντα ,θα συντροφεύει τους δικούς του ανθρώπους και όλους εμάς που τον αγαπούσαμε. Γιατί ο Γιάννης μόνο όρθιος και αυτεξούσιος θα μπορούσε να ζήσει. Όχι ανήμπορος. Έφυγε λοιπόν κόβοντας μόνος του όλους τους γόρδιους δεσμούς . Με το σπαθί του. Τον περιμένει για έναν δεύτερο γύρο ζωής η αγαπημένη του σύντροφος. Η Λίτσα του. Δεν μπορούσε χωρίς αυτή. Δεν μπορούσε χωρίς εκείνον. Στέλνω τα πιο θερμά μου συλλυπητήρια στα δυο του παιδιά που με γενναιότητα και αξιοπρέπεια στάθηκαν δίπλα του καθώς επίσης στην αδελφή του και στην οικογένειά της  και σε όλους τους φίλους και συγγενείς που τον συντρόφεψαν στον δύσκολο αγώνα του. Θα τον θυμάμαι πάντα. Θα τον αγαπώ πάντα .Μαζί με τη Λίτσα. Ξέρω ότι η ενέργεια και η αύρα του θα βρίσκεται πάντοτε κοντά στα παιδιά του. Σε όλους τους αγαπημένους του. Καλό ταξίδι αγαπημένε μου φίλε Γιάννη Κωστόπουλε… Χαιρετισμούς σε όλους εκεί πάνω…                        
                                                              ΜΑΡΙΑ ΦΟΥΚΑ


Παρασκευή 3 Οκτωβρίου 2014

Η ΦΟΒΟΥΠΟΛΗ ΚΑΙ Ο ΕΥΤΥΧΙΟΣ ΑΤΡΟΜΗΤΟΣ.......

        Μια φορά και έναν καιρό σε μια πολιτεία που την έλεγαν Φοβούπολη ζούσε ένα άνθρωπος που τον έλεγαν Ευτύχιο Ατρόμητο. Όπως καταλαβαίνετε σ΄αυτή την πολιτεία που εθνικό σπορ ήταν ο φόβος και εθνική παροιμία, το φοβάται ο Γιάννης το θεριό και το θεριό το Γιάννη, ο Κύριος Ατρόμητος ήταν σαν την μύγα μες το γάλα μόνο και μόνο από το όνομά του. Και το Ευτύχιος και το Ατρόμητος δεν άρεσαν καθόλου γιατί παρέπεμπαν σε κάτι άλλο που και να το αναφέρουμε θα ήταν ατόπημα μεγάλο.
       Στην πολιτεία αυτή λοιπόν, οι άνθρωποι από τη μέρα που γεννιούνταν, με ειδικές δράσεις από εξειδικευμένους επιστήμονες, εθίζονταν στο φόβο ως τη μόνη φυσιολογική αντίδραση ενός υγιούς οργανισμού στα πάντα. Και αυτό γιατί κυρίαρχη θεωρία ήταν ότι μόνο όταν φοβάται ο άνθρωπος αποδίδει περισσότερο ,γίνεται δηλαδή πιο παραγωγικός και χρήσιμος στην κοινωνία .Η αδρεναλίνη που εκτοξεύει ο φόβος συντελεί στην όλο και πιο αποτελεσματική  ενεργοποίηση όλων των δυνάμεων αυτοσυντήρησης του ανθρώπου που τις επιστρατεύει για να επιβιώσει και για να προοδεύσει ακόμα και με διφορούμενης αξίας για την ποιότητά τους μεθόδους και πρακτικές. Όλοι έδειχναν ,άρχοντες και αρχόμενοι ,να έχουν πειστεί για το σωτήριο έργο του φόβου.
          Ο Ευτύχης Ατρόμητος λοιπόν ,ένοιωθε πολύ άβολα όταν χρειαζόταν για κάποιο λόγο να πει το όνομά του. Στην πολιτεία του φόβου,φοβόταν να πει το όνομά του. Στο σχολείο, στο πανεπιστήμιο, στη δουλειά του,στις δημόσιες υπηρεσίες, όλοι τον κοιτούσαν με φρίκη. Το όνομά του δίπλα σε ονόματα όπως Τρομαγμένος, Τρεμουλιάρης, Φοβιτσιάρης, Δειλός, Λαγός, Αρχιφοβιτσιάρης και άλλα του φόβου παράγωγα ,ακουγόταν πολύ επαναστατικό, ανήθικο ,σχεδόν αναρχικό. Ο Ατρόμητος τότε για να ισορροπήσει λίγο την κατάσταση  προσποιούνταν πολύ φιλότιμα ότι φοβάται, τρεμουλιάζοντας τα χείλη του, κυρτώνοντας τους ώμους του και σκύβοντας το κεφάλι δουλικά, εκδηλώσεις που είναι πολύ δημοφιλείς στους απανταχού στο κόσμο φοβισμένους ανθρώπους αλλά και σε αυτούς που δουλειά τους είναι  να προκαλούν το φόβο στους άλλους.
            Θα αναρωτιέστε βέβαια πως απόκτησε σε αυτή την πολιτεία που όλοι φοβούνταν ακόμα και τον ίσκιο τους και ήταν γι΄αυτό διπλά περήφανοι , αυτό το τόσο …..ανατρεπτικό όνομα. Σαν απάντηση θα σας πω ότι σε όλες τις πολιτείες του κόσμου υπάρχουν άνθρωποι που σκέπτονται διαφορετικά από τους υπόλοιπους ανθρώπους  για λόγους που δεν είναι δουλειά αυτού του παραμυθιού να εξηγήσω. Πάντως  οι γονείς του και  οι δάσκαλοί του, είχαν παίξει οπωσδήποτε σημαντικό ρόλο.
          Ο Ευτύχης Ατρόμητος λοιπόν αποφάσισε να αλλάξει το όνομά του. Έπρεπε να γίνει επιτέλους ένας αξιοπρεπής φοβισμένος άνθρωπος με βούλα και σφραγίδα .Έτσι θα ζούσε φοβισμένα με ασφάλεια και  αποδοχή, στην Πολιτεία που είχε σημαία της το φόβο. Στην πολιτεία όπου όλοι αποτελούσαν μια αλυσίδα φόβου. Φοβόταν δηλαδή και έτρεμε ο ένας τον άλλο. Οι ανώτεροι τους ανωτέρους τους και οι κατώτεροι τους δικούς τους ανώτερους και πάει λέγοντας .Και όλοι μαζί φοβούνταν τις κατσαρίδες ,το σεισμό, το θάνατο και χιλιάδες άλλα πράγματα που δεν έχω το χρόνο και το χώρο να τα περιγράψω. Μια και δυο λοιπόν πήγε στην αρμόδια υπηρεσία που τρομοκρατημένοι υπάλληλοι έκαναν με ευσυνείδητο φόβο τη δουλειά τους και σε λίγο , πήρε την καινούργια του ταυτότητα. Δυστύχιος Τρομοκρατημένος. ‘Ήταν ευτυχής.
              Την άλλη μέρα, στο κλιμάκιο εκφοβισμού για πιο παραγωγική χαμηλά αμειβόμενη εργασία που επισκέφτηκε τη δουλειά του, συστήθηκε με καμάρι. Δυστύχιος Τρομοκρατημένος. Όλοι τον κοίταξαν με φοβισμένη κατάπληξη. Επιδεικτικά αυτός για να γίνει ακόμα πιο φοβισμένος άρχισε να τρέμει, να ιδρώνει και να χλομιάζει. Ο διευθυντής του κλιμακίου εκφοβισμού φορώντας μια εντυπωσιακή μαύρη στολή που προξενούσε αμέσως φόβο, ήταν περήφανος για το κατόρθωμά του. Το νόμιζε, βλέπετε, δικό του κατόρθωμα.  Δεν ήξερε ότι  υπεύθυνος για το φόβο του είναι πάντα εκείνος που φοβάται. Που επέτρεψε δηλαδή στον εαυτό του να γίνει όχημα φόβου.
              Το ίδιο βράδυ είδε ένα όνειρο. Είδε λέει το δάσκαλό του να κάθεται στην όχθη ενός ποταμού και να ρίχνει πέτρες στο νερό που ακολουθούσε το δρόμο του. Τον χαιρέτησε. Τον ρώτησε τι κάνει. Ο δάσκαλος απάντησε. Είσαι ο Ευτύχιος Ατρόμητος, έτσι δεν είναι; Όχι δάσκαλε. Είμαι ο Δυστύχιος Τρομοκρατημένος. Άλλαξα το όνομά μου. Έπρεπε να γίνω υπεύθυνος άνθρωπος . Να μάθω να φοβάμαι. Ο δάσκαλος αμέσως του αντιγύρισε. Βλέπεις ετούτο το ποτάμι;  Του ρίχνω πέτρες για να το τρομάξω. Να δηλώσω, με το φόβο του, παρών. Όμως αυτό έχει πλούσιο νερό και  ένα σκοπό .Να ρέει με ευθύνη για τη γη που ποτίζει. Για τις ζωές που έχει μέσα του. Και χωρίς φόβο να κυλάει στους αιώνες. Ποτάμι και ο άνθρωπος . Με ορμή και δύναμη. Έχει ευθύνη για το περιβάλλον που ζει και για τις ζωές που τρέφει. Χωρίς φόβο να υπάρχει και να συνυπάρχει..Άνθρωπος και ποτάμι. Δυο δυνάμεις .Που δεν καταδέχονται το φόβο.
               Ξύπνησε ιδρωμένος. Ο δάσκαλός του… .Έσκισε την καινούργια του ταυτότητα. Στη δουλειά του το ίδιο πρωί, στο γενικό προσκλητήριο , φώναξε το όνομά του. Ευτύχιος Ατρόμητος.
                                           ΜΑΡΙΑ ΦΟΥΚΑ.
             

                

Τετάρτη 1 Οκτωβρίου 2014

ΞΥΠΝΑ Η ΜΕΡΑ....

Ξυπνά η μέρα
 Νυσταγμένη.
Χρώματα φέγγει.
 Λεμονιές
 Αρωματίζουν
Τους αχνούς καημούς
Των δρόμων.

 Ιπποτικά
Ανέχεται.
Την αεικίνητη
 μανία
 ανθρώπων
αδηφάγων.
Να νικούν.

Τρίζουν τα φύλλα
Περπατούν
Χρυσάφια
Σε τρελούς χορούς.
Παραμιλούν
Και
Νικημένα
Θανατώνονται.

(Ποιος ο λυγμός το πένθος ο καημός των φύλλων;)
                              ΜΑΡΙΑ ΦΟΥΚΑ